Της Εσμεράλδας Αγαπητού

Η Μαίρη Ραζή γεννήθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη, από αριστοκρατική οικογένεια. Στα 7 της αναγκάστηκαν να έρθουν στην Ελλάδα. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο και Υποκριτική στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν και στην Σχολή Γιώργου Θεοδοσιάδη. Επίμονη, αισιόδοξη με θετική ενέργεια, μορφωμένη & πολύ ταλαντούχα, έχει πρωταγωνιστήσει στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Τώρα συμμετέχει στο «Καφέ της Χαράς», έχει βραβευθεί και έχει ιδρύσει τη δική της Δραματική Σχολή «Μαίρη Ραζή» με την Πολιτιστική Εταιρία «Πρόβα», που δραστηριοποιείται στη διδασκαλία της Δραματικής Τέχνης, σε Εργαστήρια για παιδιά και νέους, σε εκδηλώσεις και στο θέατρο «Πρόβα», όπου ανεβάζει πολλές θαυμάσιες παραστάσεις μαζί με τον άνδρα της, επίσης ηθοποιό και σκηνοθέτη, Σωτήρη Τσόγκα.  

( Η συνέντευξη έγινε πριν την εξάπλωση του κορωνοϊού)

Κυρία Ραζή, από πότε άρχισε η αγάπη σας για το Θέατρο, από μικρή; 

«Ναι, από μικρή θεωρούσα το θέατρο παιχνίδι. Αυτοσχεδίαζα πάνω σε διάφορες ιστορίες που φανταζόμουν και έβαζα τη μαμά, τον μπαμπά και τη γιαγιά να με παρακολουθούν. Επίσης, τις Κυριακές που μέναμε μόνες με την αδερφή μου, η γιαγιά μάς άφηνε να φοράμε τα τακούνια της μαμάς και μπροστά στον καθρέφτη να κάνουμε αναπαράσταση ενός τραγουδιού με το κατάλληλο ύφος και το ανάλογο κοστούμι. Εγώ, αυτό το θεωρούσα φυσιολογικό. Δεν ήξερα αν έχω ταλέντο». 
 
 Γεννηθήκατε στην αγαπημένη μας Κωνσταντινούπολη. Οι αναμνήσεις από τα παιδικά σας χρόνια; 
 
 «Ο Ελληνισμός της Πόλης είναι μαγευτικός, το ταξίδι, η διαδρομή είναι ονειρική σαν παραμύθι. Ευχάριστα, χαρούμενα παιδικά χρόνια, ευτυχισμένα κυριακάτικα τραπέζια, με την οικογένεια. Φαγητό μεσημέρι βράδυ στην τραπεζαρία με τα λευκά κεντητά τραπεζομάντηλα, τα καλά σερβίτσια και να περιμένουμε τον μπαμπά μας για να φάμε. Εκεί, την ώρα που τρώγαμε, λύναμε τα προβλήματα και τις απορίες μας. Η εστία, μεγάλη ιστορία, χρώματα, αρώματα μπαχαρικά και το εξαιρετικό ροστμπίφ της άλλης γιαγιάς μου, της μάνας του πατέρα μου». 

Θα είχατε και πολλά θέατρα; 
 
«Ναι , πολλά και πολυτελή θέατρα. Η κουλτούρα μας ήταν πολυπολιτισμική. Εμείς πηγαίναμε κάθε εβδομάδα κινηματογράφο, βλέπαμε τουρκικά και ξένα έργα. Δίπλα στο σπίτι μας στο Πέρα, ήταν το θέατρο της οπερέτας, που άλλαζε συχνά έργα και τρέχαμε και εκεί. Στο παιδικό θέατρο είδαμε την “Πολυάνα” και τρελάθηκα. Ήταν ένα μεγάλο θέατρο με εξαιρετικά καθίσματα, πανάκριβα κοστούμια και σκηνικά». 

Πολιτισμένοι, εγκάρδιοι και γελαστοί οι Κωνσταντινουπολίτες, τεράστια αλλαγή σκηνικού όταν αναγκαστήκατε να έρθετε στην Ελλάδα; 
 
«Χαμόγελο, κέφι και τραγούδι είναι στο κύτταρό μας. Χαίρομαι που διακρίνετε τα προτερήματά μας. Στην Ελλάδα δεν αισθάνθηκα άνετα, ήταν τραγικά. Στην Τουρκία μάς φώναζαν “γκιαούρηδες” κι εδώ “τουρκόσπορους”. Ξεριζωθήκαμε, με μοναδική προίκα τα ρούχα μας, τα άλμπουμ μας και λίγα έπιπλα. Οι κυβερνώντες ήταν αδιάφοροι προς τους Έλληνες της Τουρκίας και η πολιτική που άσκησαν οι εκάστοτε κυβερνήσεις επιεικώς απαράδεκτη.

Η μητέρα μου πέθανε χωρίς ποτέ να αναγνωριστούν τα ένσημα που είχε στην Τουρκία. Τι να λέμε, ότι μας φρόντισε το κράτος; Εμείς κρατήσαμε όρθιο τον Ελληνισμό στην Τουρκία, τα ήθη, τα έθιμά μας, τη θρησκεία μας. Έχω παράπονο. Ήμασταν εργατικοί και τα καταφέραμε όλοι. Ούτε στην Πόλη ούτε εδώ θα βρεις ζητιάνο Κωνσταντινουπολίτη. Αρπάξαμε τη ζωή από τα κέρατα έτσι όπως ξέραμε και την κατακτήσαμε. Χρησιμοποιήσαμε τις γνώσεις και τις αρχές μας, για να επιβιώσουμε. Συγκινούμαι κάθε φορά που αναφέρομαι στην Πόλη, όπως και τώρα». 

 Κι εσείς πώς τα καταφέρατε; 

«Τι να καταφέρω, μιλούσα ελληνικά με βαριά προφορά και με κορόιδευαν, έχασα τις φίλες μου, τα πάρτι, κλείστηκα στον εαυτό μου κι έκλαιγα. Χαρτζιλίκι δεν είχα, που στην Πόλη μας το ‘διναν οι γονείς, πείσμωσα κι αποφάσισα να δουλέψω».  

Σας βοήθησε κάποιος στην αρχή; 

«Όχι, κανένας. Όταν τελείωσα τη Σχολή, το ίδιο καλοκαίρι με ζήτησε ο Κλέαρχος Καραγιώργης να παίξω την Παμφίλη στους “Επιτρέποντες” του Μενάνδρου, σε καλοκαιρινή περιοδεία με τον Βασίλη Ρίτσο, τον Νίκο Απέργη, τον Γιάννη Κοντούλη, τον Ναπολέοντα Ροδίτη, την Τζένη Ζαχαροπούλου. Ήταν ο πρώτος ρόλος μου, κρατούσα ένα μωρό-κούκλα στη σκηνή, και μόλις είδα τον κόσμο μούδιασαν τα χέρια μου».  
 

 Ξαναπήγατε στην Πόλη χρόνια μετά, τα συναισθήματά σας; 
 
 «Μετά από είκοσι χρόνια, κι όταν μπήκα στην Αγια-Σοφιά λιποθύμησα και με τρέχανε στο γιατρό του Μουσείου. Όταν είδα το σπίτι που γεννήθηκα. δεν έβγαλα ούτε μία φωτογραφία κι έφυγα αμέσως. Σαν να μην είχα γεννηθεί εκεί μέσα. Το δημοτικό σχολείο μου, το “Κεντρικό”, ήταν ερείπιο. Όταν πήγα και στο γαλλικό σχολείο Saint Pulcherie και είδα μια συμμαθήτριά μου έκλαψα με αναφιλητά, είχα περίεργες αντιδράσεις και συναισθήματα». 

Πολλά χρόνια παντρεμένοι με τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Σωτήρη Τσόγκα, και έχετε και μια κόρη. Το μυστικό για να κρατά ο γάμος; 

«Αυτοσεβασμός και αλληλοσεβασμός, υπομονή, ελεύθερη σκέψη, αμοιβαίες υποχωρήσεις . Δεν είναι εύκολο. Δεν έχει μόνο ροζ η ζωή, έχει μαύρα, γκρίζα και κόκκινα χρώματα. Η ζωή δεν είναι δεδομένη, ούτε οι σχέσεις ούτε οι άνθρωποι. Αλλά ή ταιριάζεις ή δεν ταιριάζεις. Εμένα ο Σωτήρης είναι το ταίρι μου».  

Και εσείς και ο σύζυγός σας και η κόρη σας, η Κοραλία, ηθοποιοί. Η ατμόσφαιρα στο σπίτι; 
 
 «Τι να σας πω… τρεις τρελοί, ανεξάρτητοι, που προσπαθούν να μην καταπιέζει ο ένας τον άλλον. Δεν είναι εύκολο, ειδικά όταν πλησιάζει κάποια πρεμιέρα και μεγαλώνει το άγχος. Το κλίμα ανάλογο με τη θερμοκρασία του καιρού, άλλοτε δροσιά κι άλλοτε καύσωνας, συνήθως όμως, ευχάριστο και δημιουργικό». 

Από την Έντυπη Έκδοση