Την άποψη ότι θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με τον κορωνοϊό, καθώς από τη στιγμή που μάς έκλεψε τη ζωή ξαφνικά, δεν πρόκειται να ξαναβγεί από αυτήν, εξέφρασε η Έλενα Ριζά, MPH, MSc, PhD, DLSHTM, Επιδημιολόγος-Υγιεινολόγος, στο Εργαστήριο Υγιεινής, Επιδημιολογίας & Ιατρικής Στατιστικής της Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ.

Μιλώντας στο Αθηναϊκό – Πρακτορείο Ειδήσεων η κα Ριζά υποστήριξε ότι ο νέος κορωνοϊός διαφέρει από τους «προκατόχους» του, οι οποίοι περιορίστηκαν σύντομα και χωρίς σοβαρές επιπτώσεις για την ανθρωπότητα, εστιάζοντας στη μακρά περίοδο μολυσματικότητας και το υψηλό ποσοστό ασυμπτωματικών φορέων που αν και δεν νοσούν, μεταδίδουν τον SARS-CoV-2.

Παράλληλα, δεν δίστασε να κάνει λόγο για επιδημική έκρηξη κάθε δύο χρόνια, τονίζοντας ότι η πανδημία «δεν θα σταματήσει σύντομα να μας απασχολεί», ωστόσο «θα μετατραπεί σε ένα φαινόμενο με εποχική διακύμανση όπως ισχύει και με τον ιό της γρίπης».

Η κα Ριζά δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στον ρόλο της ανοσίας, αλλά και στο αν θα πρέπει στο μέλλον να μάθουμε να ζούμε με νέους ιούς, όπως ο νέος κορωνοϊός.

«Όταν ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ανακοίνωνε την Τετάρτη 11 Μαρτίου 2020 ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την πανδημία του κορονοϊού SARS-Cov-2, σίγουρα λίγοι πίστευαν τότε ότι 12 μήνες αργότερα θα ήμασταν ακόμα αντιμέτωποι με τη μεγαλύτερη υγειονομική πρόκληση των τελευταίων δεκαετιών», αναφέρει αρχικά.

Στη συνέχεια, αφού τονίζει πως οι κορωνοϊοί SARS το 2003 και MERS το 2012 «περιορίστηκαν σύντομα χωρίς σοβαρές επιπτώσεις» και ως εκ τούτου ο νέος SARS-CoV-2 διαφέρει από αυτούς, σημειώνει ότι ήρθαμε «αντιμέτωποι με καινούργιες προκλήσεις όπως η μακρά περίοδος μολυσματικότητας και το υψηλό ποσοστό ασυμπτωματικών φορέων που αν και δεν νοσούν οι ίδιοι, μπορούν να μεταδώσουν τον ιό σε άλλους».

«Στις συνθήκες αυτές προστέθηκε η έλλειψη ετοιμότητας των συστημάτων υγείας να αντιμετωπίσουν το νέο-εμφανιζόμενο νόσημα» προσθέτει η επιδημιολόγος, υποστηρίζοντας πως «όσο και εάν διαθέτουμε εργαλεία και τεχνογνωσία να προβλέψουμε την εξέλιξη κάποιων γεγονότων, οι πανδημίες όπως άλλωστε και όλες οι κρίσεις, εκδηλώνονται αιφνίδια, αποτελούν απειλή, δημιουργούν αποσταθεροποίηση και απαιτούν γρήγορη απόκριση».

Σημειώνει πάντως πως τα βήματα που έχουν γίνει μέσα στον τελευταίο χρόνο είναι πάρα πολλά και σημαντικά.

«Είναι γεγονός ότι η πανδημία δεν θα σταματήσει σύντομα να μας απασχολεί, καθώς για να συμβεί κάτι τέτοιο θα πρέπει να εξαφανιστεί ο ιός, κάτι μάλλον απίθανο δεδομένης της πολύ εκτεταμένης διάδοσης και των χαρακτηριστικών μεταδοτικότητας που έχει. Εάν δεχθούμε ότι 55-80% του πληθυσμού θα αποκτήσει σύντομα ανοσία είτε λόγω μόλυνσης είτε λόγω εμβολιασμού, τότε η πανδημία θα μετατραπεί σε ένα φαινόμενο με εποχική διακύμανση όπως ισχύει και με τον ιό της γρίπης», εξηγεί.

Ο ρόλος της ανοσίας και το τέλος της πανδημίας

Στη συνέχεια, η κα Ριζά εστιάζει στον ρόλο της ανοσίας, τονίζοντας πως η ανοσοποίηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού απέναντι στην COVID-19, σε ποσοστό της τάξης 70-80%, θα επιφέρει τη διακοπή της μετάδοσης του φονικού ιού και το τέλος της πανδημίας όπως την ξέρουμε σήμερα.

Παρ΄ όλα αυτά θεωρείται κρίσιμης σημασίας, η διάρκεια της ανοσίας, η οποία και θα καθορίσει την πιθανότητα για νέα μόλυνση με τον SARS-CoV-2.

«Στην περίπτωση που θεωρούμε ότι η ανοσία διαρκεί έως 40 εβδομάδες προβλέπεται να υπάρχει έξαρση κρουσμάτων σε ετήσια βάση κατά τη χειμερινή περίοδο σε ετήσια βάση. Εάν θεωρήσουμε ότι η ανοσία διαρκεί περίπου 100 εβδομάδες, τότε υπάρχει πρόβλεψη για επιδημική έκρηξη κάθε δεύτερο χρόνο. Ο μόνος τρόπος για να απαντηθεί το ερώτημα διάρκειας της ανοσίας μετά από μόλυνση ή εμβολιασμό για τον κορονοιό είναι η διαχρονική παρατήρηση μεγάλων ομάδων πληθυσμού», συμπληρώνει.

Ερωτηθείσα, δε, για το αν θα πρέπει στο μέλλον να μάθουμε να ζούμε με νέους ιούς που επιμένουν, υποστήριξε πως «το πρόβλημα της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι υπαρκτό και οι επιπτώσεις της γίνονται ολοένα και πιο εμφανείς. Από τα καιρικά φαινόμενα έως την εμφάνιση βακτηρίων, ιών και ξενιστών όπως τα κουνούπια, σε περιοχές και σε εποχές όπου παλαιότερα δεν ήταν συνηθισμένη η εμφάνιση τους».

Καταλήγοντας, επισήμανε πως πέρα από τις δράσεις που θα αναλάβει η Πολιτεία ή όχι, οι πολίτες έχουν τη δυνατότητα να παρέμβουν σε επίπεδο κοινότητας και να συμβάλλουν θετικά.

«Η περιβαλλοντική εκπαίδευση ειδικά των παιδιών είναι πολύ σημαντική και ελπιδοφόρα», ανέφερε.