To 2021 δεν είναι ούτε 2008 ούτε 2011

Οι ισχυροί της Ευρώπης προτίμησαν να περιμένουν τη νέα αμερικανική ηγεσία και την στάση που θα κρατήσει ο Τζο Μπάιντεν απέναντι στον Ερντογάν και μετά να καθορίσουν τη δική τους στάση.

Σε απλά ελληνικά, για μία ακόμη φορά η Γερμανίδα καγκελάριος έβαλε πλάτη στον Τούρκο πρόεδρο και παρέπεμψε το θέμα για τον Μάρτιο.

Μερικές ημέρες πριν, η κ. Μέρκελ είχε κάνει «σκληρές» δηλώσεις για την στάση του Ερντογάν στην  Νοτιοανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. 

Ίσα ίσα για να δείξει πως είναι αποφασισμένη να φτάσει τα πράγματα στα άκρα και για να ικανοποιήσει όλους όσοι είναι εξοργισμένοι με τον Τούρκο πρόεδρο.

Όταν, όμως, ήρθε η στιγμή των κυρώσεων, παρά τις εξαγγελίες του Σεπτέμβριου το Βερολίνο βρήκε και πάλι τον τρόπο να προστατεύσει τον Ερντογάν.

Βέβαια, στο παρασκήνιο και οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες φάνηκε πως έψαχναν ευκαιρία.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στη Γερμανία ζουν, εργάζονται και ψηφίζουν πάνω από τρία εκατομμύρια Τούρκοι.

Στην Ισπανία πολλές τράπεζες έχουν συνδεθεί επιχειρηματικά και επενδυτικά με την τουρκική Οικονομία.

Ακόμη και ο πρόεδρος Μακρόν, που συγκρούστηκε σκληρά με τον Ερντογάν τους προηγούμενους μήνες, έκανε ένα βήμα πίσω, ώστε να κρατηθεί η ευρωπαϊκή συνοχή και να μην δώσει την ευκαιρία στην Άγκυρα να διχάσει την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Και εδώ φαίνεται το παιγνίδι στρατηγικής που κάνει ο Ερντογάν με τον κάθε ένα ηγέτη ξεχωριστά.

Ένταση με τους Έλληνες, προσέγγιση με τους Γερμανούς.

Ένταση με τους Γάλλους, χαμηλοί τόνοι στο Αιγαίο και στο Προσφυγικό.

Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα κάνει η Ουάσινγκτον και ο διάδοχος του Τραμπ με τα ανοιχτά μέτωπα σε όλη την περιοχή, από τη Συρία, τη Μέση Ανατολή, την Τουρκία και τη Μόσχα. 

Οι δουλειές που είχε παρασκηνιακά ο Τούρκος πρόεδρος με τον Αμερικανό, τελείωσαν. Το σκηνικό φαίνεται ότι θα αλλάξει άρδην στις αμερικανικο-τουρκικές σχέσεις, όσες κυβιστήσεις και αν κάνει τώρα η Άγκυρα.

Αυτό δεν σημαίνει πως οι Αμερικανοί θα θελήσουν να ρίξουν ή να πολεμήσουν τον Τούρκο πρόεδρο. Από την στάση που θα κρατήσει ο ίδιος θα εξαρτηθούν οι σχέσεις των δύο χωρών. Ένα είναι σίγουρο, πως ο Ερντογάν δεν θα μπορεί να κάνει, πλέον, τις αυθαιρεσίες που έκανε επί Τραμπ.

Αυτό που έχει σημασία για την Ελλάδα είναι να ξεκαθαρίσουμε τι είδους σχέσεις θέλουμε να έχουμε με την Τουρκία. 

Το βέβαιο είναι πως κανείς μας δεν θέλει έναν γείτονα ο οποίος θα προκαλεί, θα βγάζει τα ερευνητικά του σκάφη στο Αιγαίο και την Κύπρο, και θα στέλνει καραβιές προσφύγων στα νησιά και τον Έβρο.

Επίσης βέβαιο είναι πως όλοι επιθυμούμε να τελειώσει η περίοδος έντασης με την Άγκυρα, με τέτοιο τρόπο, ώστε η Αθήνα όχι μόνο να μην χάσει, αλλά και να κερδίσει όσα γίνεται περισσότερα όταν οι δύο πλευρές καθίσουν στο τραπέζι του διαλόγου.

Γι’ αυτό καλό θα ήταν και να κρατηθούν χαμηλοί τόνοι από τώρα, και να σταματήσουν οι μικροκομματικές στρατηγικές, που τη μία μέρα «πανηγυρίζουν οι λεγόμενοι πατριώτες» και την επόμενη μέρα «έρχεται βαριά ήττα για όσους πιστεύουν στο διάλογο με την Άγκυρα».

Ο εσωτερικός διχασμός είναι αυτός που θα φέρει την ήττα στην Αθήνα και τα πανηγύρια στην Άγκυρα.