Σαν σήμερα, 18 Οκτωβρίου του 1918, γεννήθηκε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ένας από τους Έλληνες πολιτικούς που άλλαξαν το πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας και κυριάρχησε στο πολιτικό στερέωμα για περισσότερα από 60 χρόνια.

Το vradini.gr αναδημοσιεύει ένα αφιέρωμα του δημοσιογράφου Νίκου Αρμένη, από το προσωπικό του blog https://narmenis.wixsite.com/ στο οποίο καταθέτει την προσωπική του εμπειρία από τη γνωριμία με τον Κρητικό πολιτικό και παραθέτει άγνωστες πτυχές και φωτογραφικό υλικό από την πολιτική σταδιοδρομία του καθώς και από την οικογενειακή ζωή του.

«Τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη τον είδα για πρώτη φορά, από κοντά που λένε, στην παλιά Βουλή το 1997.

Ήταν στην παρουσίαση του βιβλίου «Πολιτεία Παύλου Μπακογιάννη» της εγγονής του Αλεξίας με αποσπάσματα από κείμενα και ομιλίες του αείμνηστου πατέρα της.

8 χρόνια μετά τη δολοφονία του μεγάλου Ευρυτάνα πολιτικού από τα τομάρια της 17Ν, εκείνη την ημέρα λύγισαν καρδιές…

Ήμουν νέος και στην ηλικία – μόλις 23 – και στη δημοσιογραφία. Θυμάμαι ότι καθόμουν διακριτικά σε μια γωνιά και από ένα σημείο και μετά δεν μπορούσα να συγκρατήσω τα δάκρυα στα μάτια μου…

Δεν νομίζω ότι υπήρξε άνθρωπος εντός αιθούσης που να μην συγκινήθηκε.

Ούτε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κατάφερε να συγκρατηθεί. Και λέω κατάφερε, γιατί μέχρι τότε τον είχαμε δει μόλις μία ακόμη φορά να λυγίζει δημόσια.

Ήταν στο Κοινοβούλιο, εκείνες τις ώρες μετά την άνανδρη δολοφονία του γαμπρού του, όταν είπε τη φράση «ας είναι το αίμα του Παύλου Μπακογιάννη το τελευταίο αίμα που χύνεται άδικα σε αυτόν τον τόπο»..

Στη μακρά, πολύ μακρά πολιτική του διαδρομή, είχε ως γνώμονα την κοινή λογική, το δημόσιο συμφέρον και όχι το συναίσθημα, παρότι θα τον χαρακτήριζα εξόχως συναισθηματικό.

Ήταν αναμφισβήτητα ένας πολύ δυνατός άνθρωπος! «Τέρας ψυχραιμίας» έλεγαν για αυτόν όλοι όσοι τον γνώρισαν.

Το διαπίστωσα κι εγώ όσες φορές είχα την τύχη να συνομιλήσω μαζί του. Θεωρώ ότι ήμουν πολύ τυχερός που έστω στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Πρόεδρος με εμπιστεύτηκε αρκετές φορές και μιλήσαμε κατ’ιδίαν «ανοικτά» στο γραφείο του.

Στα πρώτα χρόνια που έκανα το ρεπορτάζ της ΝΔ τον έβλεπα κυρίως σε δύο περιπτώσεις. Όταν συνεδρίαζαν τα κομματικά όργανα και είχε αποφασίσει ότι θα ελάμβανε μέρος – μιλάω για την Κοινοβουλευτική Ομάδα και την Εκτελεστική Επιτροπή – και όταν του τη «στήναμε» πρωί πρωί με την αυγούλα έξω από το γραφείο του στην Αραβαντινού, μπας και μας κάνει κάποια δήλωση για τα θέματα της πολιτικής επικαιρότητας. Ξέραμε ότι το χειμώνα ακριβώς στις 8.00 θα τον βλέπαμε να κατηφορίζει το πεζοδρόμιο της Ρηγίλλης για να έρθει από το σπίτι του που ήταν λίγα μέτρα πιο πάνω. 

Και το καλοκαίρι, που έμενε στη Γλυφάδα, η ώρα άφιξης ήταν στις 09.00.

Κοντογιάννης, Βλάχος, Ξενάκης, Σπυράκη, Παναγόπουλος, Παρράς, Μποϊλε ήταν εκεί με τους οπερατέρ των τηλεοπτικών καναλιών πανέτοιμους.

Μαζί κι εγώ παρότι το πρωϊνό ξύπνημα δεν ήταν ευχάριστο. 

«Σφίξαν τα γάλατα μικρέ βλέπω. Πρωί πρωί στο καραούλι», θυμάμαι μου είπε ένα πρωϊνό ο Σωτήρης Ξενάκης όταν καλημεριστήκαμε στη γωνία της Αραβαντινού στις 07.30.

Τότε εργαζόμουν για τον ραδιοφωνικό σταθμό Planet και για να είμαι σωστός στη δουλειά μου, έπρεπε να βρίσκομαι εκεί, να μεταδώσω άμεσα τη δήλωση, αν τελικά αποφάσιζε να μιλήσει ο επίτιμος.

Δεν ήμουν βέβαια ο μόνος ραδιοφωνατζής. Έρχονταν κι άλλοι όπως ο Δημήτρης Τσιόδρας και αργότερα ο Αποστόλης Χονδρόπουλος. 

Γενικώς η σύνθεση των δημοσιογράφων που συχνά ήταν παρόντες στο «καραούλι» της Αραβαντινού για μια δήλωση του προέδρου δεν ήταν σταθερή.

«Τι θα ρωτήσετε πάλι;», έσπευδε να μας προλάβει ο Γιάννης Πευκιανάκης – για δεκαετιες στενος του συνεργατης και υπευθυνος για τα θέματα τύπου – και συνήθως ακολουθούσε αντιπαράθεση για το αν θα πρέπει να ρωτήσουμε ή όχι.

Σε κάθε περίπτωση πάντως, όταν ερχόταν ο “ψηλός”, εμείς ρωτούσαμε. Πάντα.

Χωρίς να παίρνουμε βέβαια απάντηση πάντα. Όποτε ήθελε να μιλήσει ο πρώην πρωθυπουργός, μιλούσε. Και όποτε δεν ήθελε, δεν του έβγαζες ψίθυρο.

Όταν μιλούσε ωστόσο, οι δηλώσεις του ήταν φωτιά. Ποτέ δεν θυμάμαι να είπε κάτι που θα περνούσε απαρατήρητο. Τάραζε τα νερά με κάθε λέξη του. Δεν στρογγύλευε τίποτα. Ο λόγος του ήταν καθαρός και κοφτός, νομίζω όσο κανενός άλλου πολιτικού.

Αυτά δημόσια.

Κατ’ιδίαν η συζήτηση μαζί του ήταν περισσότερο απολαυστική. Ποτέ δεν πρόκειται να ξεχάσω την ημέρα που για πρώτη φορά με δέχθηκε στο γραφείο του, ενώ είχα συμπληρώσει σχεδόν 10 χρόνια στο ρεπορτάζ της ΝΔ.

Ομολογώ δίσταζα να ζητήσω ραντεβού με τον επίτιμο. Παρότι στη δουλειά δεν δίσταζα να δω τον οποιονδήποτε, είχα μυθοποιήσει δύο πρόσωπα. Τους δύο πολιτικούς ηγέτες που θαύμαζα.

Τον Κώστα Καραμανλή και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη…

«Καλώς ήρθες παιδί μου. Κάθισε. Τι κάνεις;», μου είπε και στάθηκε ακίνητος στην καρέκλα του, με το βλέμμα καρφωμένο πάνω μου.
Και όταν περάσαμε στην ουσία, στο ζουμί της πολιτικής συζήτησης, στεκόταν με έναν απερίγραπτο σεβασμό προς το πρόσωπό μου και ζητούσε με πραγματικό ενδιαφέρον τις απόψεις μου για το Α ή το Β ζήτημα.

Ποτέ δεν με διέκοψε ενώ μιλούσα. Και ποτέ δεν μου απάντησε σε κάτι που ρώτησα με γενικότητες. Ακόμα και σε ερωτήσεις που τον έφερναν σε δύσκολη θέση.

Ποτέ βέβαια δεν πρόκειται να αποκαλύψω το περιεχόμενο των συνομιλιών μας αλλά όλες ήταν «ζουμερές» πολιτικά.

Φεύγοντας, κρατούσα σημειώσεις με ό,τι θυμόμουν από όσα μου είχε πει. Όσες φορές ανατρέχω σε αυτά τα κείμενα, διαπιστώνω πόσο διορατικός, εύστοχος και πεντακάθαρος στην πολιτική του ιδεολογία ήταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Ήταν συγκεκριμένος σε ό,τι κι αν έλεγε. 

Εννοείται – το επαναλαμβάνω –  ότι δεν πρόκειται ποτέ να προδώσω τη συμφωνία μας και να δημοσιεύσω κάτι που δεν έχει δει το φως της δημοσιότητας και μου το έχει πει. Το off the record είναι off the record.

Υπάρχουν μερικές στιγμές που έζησα ως δημοσιογράφος μαζί του που δεν πρόκειται να ξεχάσω.

Όπως το υπέροχο κλίμα στο γραφείο του κάθε χρόνο την παραμονή των Χριστουγέννων όταν οι βρακοφόροι της Κρήτης του έλεγαν τα κάλαντα και εμείς καλύπταμε το γεγονός για την τηλεόραση.

Γέμιζε το γραφείο χαμόγελα, ευχές, μαντινάδες και βέβαια τσικουδιά του Μανούσου που είναι η καλύτερη που έχω πιει.

«Δεν φοβάσαι που θα πας Χριστουγεννιάτικα εκεί;» μου έλεγαν διάφοροι στον περίγυρό μου για να με «πειράξουν» ότι και καλά ενόψει της νέας χρονιάς κινδύνευα λόγω ..γκαντεμιάς του προέδρου..

Μέγας μύθος από αυτούς που κατασκεύασαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι. 

«Εμένα με αγαπάει ο Πρόεδρος και μου φέρνει τύχη», τους έλεγα και από ένα σημείο και μετά το πίστευα. Έτσι ήταν. Δεν τα έχανα τα κάλαντα λοιπόν στην Αραβαντινού με τίποτα.

Δεν θα ξεχάσω επίσης ποτέ εκείνη τη συγκλονιστική ομιλία του στις Μοίρες Ηρακλείου κατά την προεκλογική περίοδο του 2004.

Είχε μόλις ανακοινώσει την απόφασή του να μην είναι ξανά – μετά από μακρόχρονη κοινοβουλευτική διαδρομή – υποψήφιος Βουλευτής και στα 84 του «όργωσε» την Κρήτη μαζί με τον Καραμανλή βάζοντας τα δύνατά του για την εκλογική επικράτηση της ΝΔ.

Ο καιρός ήταν πολύ κακός καθώς έβρεχε καταρρακτωδώς και ασταμάτητα. Η πλατεία στο χωριό, στις Μοίρες όμως, ήταν ασφυκτικά γεμάτη και όσοι ήταν εκεί είδαν μαζί στην εξέδρα τον Κώστα Καραμανλή και τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη.

Στη μνήμη μου έμειναν χαραγμένες ορισμένες από τις φράσεις του ενώ οι πατριώτες του παραληρούσαν μέσα στη βροχή..

«Στέλνετε μήνυμα νίκης. Οι μέρες θυμίζουν ημέρες του ’90 όταν η ΝΔ κάλπαζε προς την εξουσία και δεν υπήρχε τίποτα να την σταματήσει, παρότι τότε ο κρητικός λαός – και είναι το παράπονό μου – δεν στήριξε τον κρητικό υποψήφιο πρωθυπουργό. Αλλά όπως τότε έτσι και τώρα. Δεν υπάρχει αμφιβολία. Η ΝΔ θα κερδίσει τις εκλογές και νέος πρωθυπουργός σε λίγες ημέρες θα είναι ο Κώστας Καραμανλής».

Ούτε πρόκειται να ξεχάσω την εξομολόγησή του ένα βράδυ στο σπίτι του στη Γλυφάδα σε συγκέντρωση στελεχών του κόμματος που είχε συστήσει για ένα διάστημα η Ντόρα Μπακογιάννη.

Ήταν, αν δεν κάνω λάθος, το 2011 και έτυχε ο πρόεδρος να κάτσει στο τραπέζι που καθόμουν κι εγώ και μάλιστα ακριβώς δίπλα μου ενώ μαζί μας ήταν και η καλή συνάδελφος και φίλη μου Λίνα Κλείτου.

Κάποια στιγμή ο πρόεδρος μας μίλησε για την εποχή που φυλακισμένος στην κατοχή, περίμενε καθημερινά τη δική του ώρα να πάει για εκτέλεση.

«Εγώ παιδιά μου δεν είχα ποτέ στη ζωή μου άγχος. Να.. όταν ήμουν στη φυλακή, καταδικασμένος εις θάνατον, περίμενα καθημερινά να έρθει η στιγμή που θα με εκτελούσαν. Ξέρετε το εκτελεστικό απόσπασμα έρχεται λίγο πριν ξημερώσει. Και εγώ επειδή ήμουν κοκέτης πάντα ήθελα να πάω Κύριος. Όταν έσβηνε λοιπόν το φως έκλεινα τα μάτια μου και κοιμόμουν. Και όταν έρχονταν, είχα έτοιμο το κοστούμι μου και ήμουν πάντα ξυρισμένος. Άκουγα τις μπότες τους να πλησιάζουν και να χτυπούν πόρτες. Τη δική μου δεν την χτύπησαν γιατί αν τη χτυπούσαν δεν θα ήμουν εδώ να σας τα διηγηθώ. Και όταν μετά άκουγα τις …μπότες να ξεμακραίνουν, έλεγα «Κώστα, ούτε σήμερα ειναι η ώρα σου», και έβγαζα τα ρούχα μου και συνέχιζα τον ύπνο μου».

Από τις πιο δυνατές εικόνες που έτυχε να ζήσω ακριβώς δίπλα του ήταν όταν “αποχαιρέτησε” τον Λεωνίδα Κύρκο. Μπήκαμε μαζί στο δωμάτιο, στο Α’Νεκροταφείο, όπου βρισκόταν το φέρετρο αυτής της μεγάλης προσωπικότητας της αριστεράς λίγο πριν την πολιτική κηδεία του. Δεν θα περιγράψω περαιτέρω μια τόσο ιδιαίτερη στιγμή του ανθρώπου που μπροστά μου αποχαιρετούσε – όχι τον πολιτικοϊδεολογικά αντίπαλο- αλλά το φίλο του. 

Δεν θα ξεχάσω βέβαια την ημέρα των γενεθλίων του Προέδρου, σαν σήμερα το 2013, όταν μετά από πρότασή μου, μας δέχτηκε με τους συναδέλφους του πολιτικού ρεπορτάζ στην Αραβαντινού να του ευχηθούμε, να μιλήσει στην κάμερα και να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια μας!

Σήμερα, 18 Οκτωβρίου 2017, θα έκλεινε τα 99. Αιωνόβιος.

Από καιρό ήξερα ότι θα ερχόταν η ώρα που θα έφευγε από τη ζωή αλλά όπως οι περισσότεροι, δεν ήθελα να το πιστέψω. Δεν κάνω πλάκα. Άκουσα πολλούς όταν πέθανε να μου λένε ότι πίστευαν – για κάποιο ακατανόητο λόγο – πως ο Μητσοτάκης δεν θα πέθαινε ποτέ.

Και τελικά είχαμε δίκιο όσοι το πιστεύαμε γιατί όντως τους ανθρώπους που κρατάμε ζωντανούς στη μνήμη μας, τους αισθανόμαστε ζωντανούς έτσι κι αλλιώς.

Συχνά πυκνά με αφορμή διάφορα πολιτικά γεγονότα, σκέφτομαι τι θα έλεγε αν ήταν εδώ να τα  σχολιάσει δημόσια. Σαν να πρόκειται ρε παιδί μου να πάω στην Αραβαντινού και να του τη στήσω όπως τότε με την ελπίδα να αποσπάσω μια δήλωσή του.

Έγραψα ήδη πολλά αλλά μάλλον λίγα.

Για την ακρίβεια, 5 μήνες μετά το θάνατό του, βρήκα τη δύναμη να γράψω για τον άνθρωπο Κωνσταντίνο Μητσοτάκη και όχι για τον πολιτικό για τον οποίο άλλωστε γράφτηκαν, γράφονται και θα γράφονται τόμοι..

Άλλωστε – όπως σωστά έχει πει ο ίδιος – η ιστορία κρίνει τους πάντες.. Και αν είμαστε αρκετοί όσοι υποστηρίζουμε ότι ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης ήταν ως πρωθυπουργός “Μπροστά από την εποχή του” και μετέπειτα μας προειδοποίησε εγκαίρως για την περιπέτεια που περνάμε με την οικονομική κρίση, είναι και κάποιοι που δεν αντέχουν να το ακούν. Κι ας μέσα τους ξέρουν ότι είναι ακριβώς έτσι.

Με μια φράση ο πρόεδρος ήταν και για μένα, σαν τον αητό σε ψηλό βουνό στο ριζίτικο που αγαπούσε.

Όπως ακριβώς μου τον περιέγραψε η στενή του συνεργάτιδα και πιστή γραμματέας του Σάκη Κυπραίου.

«Ένας αητός που με τα φτερά του, μας αγκάλιαζε όλους. Ακόμα και όσους ήταν απέναντί του. Δεν κρατούσε κακία σε κανένα».

Πρόεδρε σε ευχαριστώ για την αγάπη σου, για την εμπιστοσύνη σου, για όσα μου έμαθες.-

Νίκος Αρμένης – 18 Οκτωβρίου 2017»