Στην Ελλάδα (και όχι μόνο, αλλά κυρίως σε αυτή) οι προπονητές σχολιάζονται όταν φταίνε. Όταν οι ομάδες τους κερδίζουν, τότε αποθεώνονται οι ποδοσφαιριστές. Αυτή η… αποκλειστικότητα των παικτών είναι μαθηματικά διαπιστωμένο πως οδηγεί τα αποδυτήρια σε λάθος δρόμο. Κατά συνέπεια το μοναδικό σενάριο που κέρδιζε, για πάρα πολλά χρόνια, ήταν εκείνο σύμφωνα με το οποίο η ιδιοκτησία αγόραζε παικταράδες (που έκαναν έτσι κι αλλιώς τη διαφορά), επομένως δεν έμενε περιθώριο αμφισβήτησης του προπονητή. Ούτε από τους ποδοσφαιριστές, ούτε από τον κόσμο. Τον προστάτευε με σούπερ μεταγραφές και ήταν όλοι ευχαριστημένοι.

Στον Ολυμπιακό τα τελευταία τρία χρόνια διάλεξαν το άλλο, το πιο δύσκολο σενάριο. Εκείνο που απαιτεί υπομονή, σχέδιο, πίστη στα αποτελέσματα που μπορεί να αποφέρει. Γι αυτό στηρίχθηκε ο προπονητής, αν και στην πρώτη του σεζόν δεν κατέκτησε τίτλο και γι αυτό η ομάδα μπήκε σε κανόνες ακολουθώντας την κοινή λογική των ουσιαστικών προσθαφαιρέσεων, ανάλογα με τις ανάγκες του έμψυχου δυναμικού που συνθέτει το ρόστερ. Δεν αγόρασε δηλαδή παικταράδες για το αεροδρόμιο αλλά για την ουσιαστική προσφορά στο πλάνο του παιχνιδιού.

Η διοίκηση ενίσχυσε με τις κατάλληλες μεταγραφές το ρόστερ και ο προπονητής απέκτησε το περιθώριο να διαχειριστεί όσο το δυνατόν καλύτερα τους παίκτες που κρατά στα χέρια του. Ο Πέδρο Μαρτίνς είναι εξαιρετικά ικανός σε αυτό το ρόλο, εκτός των άλλων και επειδή διαθέτει νοοτροπία σπάνια για την Ελλάδα. Δεν είναι συνηθισμένο μία ελληνική ομάδα να σκοράρει σ ένα τόσο σημαντικό παιχνίδι, το γκολ να μη μετράει τελικά και παρ΄ό΄λα αυτά να συνεχίζει με την ίδια υπομονή μέχρι να βρει ξανά τα δίχτυα. Δεν είναι επίσης συχνό φαινόμενο για μία ελληνική ομάδα να δοκιμάζει αλλαγές στην τακτική της, στην τελική ευθεία του αγώνα και να ανταποκρίνονται οι παίκτες άμεσα.

Ο Πορτογάλος προπονητής ρίσκαρε στο τέλος, αλλά το έκανε με σχέδιο. Επέλεξε σχηματισμό επίθεσης, με δύο επιθετικούς (Ελ Αραμπί και Χασάν) και δύο 10άρια (Βαλμπουενά, Φοροτούνη), οι οποίοι αναγκαστικά έβγαιναν και από τα άκρα, σ ένα 4-4-2. Ο Μαρτίνς αποφάσισε το ρίσκο και δικαιώθηκε, καθώς έβλεπε πως η απόδοση της Μαρσέϊγ έφθινε στο δεύτερο ημίχρονο, γνωρίζοντας παράλληλα ότι ο Ολυμπιακός εφέτος σε όλα τα δεύτερα ημίχρονά του είναι θεαματικά καλύτερος και αποτελεσματικός.

Είναι ελάχιστες οι φορές που ένας ξένος προπονητής έχει καταφέρει τέτοια προσαρμοστικότητα στην Ελλάδα. Το επίτευγμα του Πέδρο Μαρτίνς γίνεται ακόμη πιο εντυπωσιακό, εάν σκεφτεί κανείς ότι βγήκε πρώτη φορά να δουλέψει έξω από τη χώρα του. Όταν είχα την τύχη να συνομιλήσω μαζί του, σε μία χαλαρή κουβέντα το προηγούμενο καλοκαίρι, μου άρεσαν τόσο πολύ αυτά που έλεγε, που με οδήγησαν να σκεφτώ ότι θα φύγει γρήγορα από την Ελλάδα. Δεν θα τον καταλάβουν, ή δεν θα ταιριάξει με τα δικά μας χούγια. Έκανα λάθος ευτυχώς και χρησιμοποιώ το ευτυχώς επειδή αυτό σημαίνει ότι οι ομάδες μας μπορούν να αλλάξουν την προσέγγισή τους στο σχεδιασμό της κάθε χρονιάς. Ο Ολυμπιακός το επέλεξε και δικαιώθηκε. Μόνο έτσι μπορεί να αλλάξει το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα και η χώρα μας να επανέλθει στο Ευρωπαϊκό προσκήνιο.