Σε μια εποχή κατά την οποία η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρά εθνικά προβλήματα και οι κίνδυνοι είναι τεράστιοι, κυρίως εξαιτίας της τουρκικής επιθετικότητας και του Μεταναστευτικού, η κοινωνία δείχνει για μία ακόμα φορά να χάνει το σοβαρό και να ασχολείται με ήσσονος σημασίας θέματα, τα οποία δεν έχουν ουσιαστική επίπτωση στη ζωή και στο μέλλον της χώρας, όπως είναι η διεξαγωγή του ποδοσφαιρικού πρωταθλήματος και η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Ολυμπιακό, την ΑΕΚ, τον ΠΑΟΚ και τις άλλες ομάδες.

Δυστυχώς, για μία ακόμα φορά διαπιστώνω ότι ως κοινωνία είμαστε ανέτοιμοι να αντιδράσουμε εγκαίρως στις προκλήσεις της ραγδαία εξελισσόμενης εποχής μας, μέσα σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον.

Χαρακτηριστική είναι η σημαντική αυτή είδηση, που, δυστυχώς, όπως κάθε τι ουσιαστικό, πέρασε στα «ψιλά» των ενημερώσεων από τα μαζικά μέσα πληροφόρησης. Σχεδόν 8 στους 10 εργοδότες στην Ελλάδα, αντιμετωπίζουν δυσκολία στην κάλυψη θέσεων εργασίας, σύμφωνα με τα ευρήματα της Ετήσιας Διεθνούς Έρευνας Έλλειψης Ταλέντου της ManpowerGroup, για το 2019.

Η διαμόρφωση του σχετικού ποσοστού στο επίπεδο του 77% αποτελεί, σύμφωνα με την έρευνα, ρεκόρ 11ετίας για την Ελλάδα, αφού πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί ποτέ από την έναρξη της Έρευνας το 2008, ενώ σημειώνει αύξηση κατά 16 μονάδες σε σύγκριση με το 2018.

Αυτό είναι ένα τεράστιο πρόβλημα παγκοσμίως, αλλά εμείς εδώ τα πηγαίνουμε εντελώς χάλια. Είμαστε οι τρίτοι χειρότεροι από τις χώρες που συμμετέχουν στην έρευνα. Το εργατικό δυναμικό στη χώρα μας δεν έχει τις ικανότητες που χρειάζεται η αγορά εργασίας.

Ας πάρουμε απόφαση ότι υπάρχει πρόβλημα με την εκτός τόπου και χρόνου Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, με τις ανύπαρκτες υποδομές δια βίου μάθησης, με την προβληματική κουλτούρα των επιχειρήσεων και, βεβαίως, με τη νοοτροπία και τις προτεραιότητες φοιτητών και εργαζομένων. 

Το λάθος δεν είναι καινούργιο. Εδώ και δεκαετίες διαμορφώσαμε, υπό την καταλυτική επίδραση των αριστερών απόψεων, ένα στρεβλό εκπαιδευτικό σύστημα, ιδίως στο επίπεδο της Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης. Η ουσιαστικά πλήρης αποσύνδεση των πανεπιστημίων μας από την αγορά εργασίας και η ουσιαστική υποβάθμιση των ΤΕΙ μέσω της ονομαστικής ανωτατοποίησής τους έφεραν αυτά τα αποτελέσματα.

Είναι ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο. Το πανεπιστημιακό πτυχίο έπαψε να είναι στην πραγματικότητα στοιχείο που να καταδεικνύει τη μόρφωση και την επαγγελματική ειδίκευση ή επάρκεια του κατόχου του, αλλά μόνον μέσο για το διορισμό του στο Δημόσιο ή για την επαγγελματική του ανέλιξη στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Δεν έχει σημασία τι είδους πτυχίο είναι, σε τι είδους γνώσεις και δεξιότητες ανταποκρίνεται, τι βαθμό έχει, τι περιεχόμενο σπουδών κ.ο.κ.

Φτάνει να υπάρχει για να διορισθεί κάποιος στο Δημόσιο ή σε κάποιον Οργανισμό ή επιχείρηση, που ελέγχεται από το Δημόσιο, για να πάρει ο προσληφθείς το επίδομα πτυχίου, καλύτερη θέση κ.ο.κ. Δεν είχε σημασία αν έχεις πάρει πτυχίο Ηλεκτρονικών Υπολογιστών από το Μετσόβιο Πολυτεχνείο με άριστα ή πτυχίο Ορνιθολογίας από το ΤΕΙ Κωλοπετινίτσας με τη βάση.

Για τον στενό και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Και αυτό είναι το πρόβλημα. Γι’ αυτό σήμερα, που έκλεισαν οι μαζικοί διορισμοί στο Δημόσιο, παρουσιάζεται το φαινόμενο να έχουμε περίσσευμα θεολόγων, κοινωνιολόγων, θεατρολόγων κ.ο.κ., που, δυστυχώς, δεν βρίσκουν εργασία, με αποτέλεσμα τα ποσοστά ανεργίας να είναι σε πολύ ψηλά επίπεδα, ενώ, αντίθετα, παρουσιάζεται μεγάλη έλλειψη τεχνιτών, προγραμματιστών υπολογιστών κ.ο.κ.

Με αποτέλεσμα να μην βρίσκει ο Έλληνας εργοδότης εξειδικευμένο προσωπικό που θα βοηθούσε την αύξηση της παραγωγικότητας και της επιχειρηματικότητας, και η Οικονομία να μην μπορεί να απογειωθεί. Αυτός είναι ένας ακόμα παραλογισμός της ελληνικής κοινωνίας!