Της Ειρήνης Μπέλλα

Στα πολλαπλά και πολυεπίπεδα οφέλη που προέκυψαν από τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Αμερικανό πρόεδρο αναφέρεται στη συνέντευξή του στη «Βραδυνή της Κυριακής» ο υφυπουργός Εξωτερικών Κώστας Βλάσης. Ο αρμόδιος για τον Απόδημο Ελληνισμό επισημαίνει ότι Αμερικανός πρόεδρος «είχε την ευκαιρία να αποκτήσει ο ίδιος μια πολύ πιο σαφή και λεπτομερή εικόνα για τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή, για το ότι η χώρα μας αποτελεί μία αξιόπιστη σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών». Μάλιστα, ο βουλευτής Αρκαδίας της Νέας Δημοκρατίας τονίζει ότι μετά από τη συνάντηση με τον Έλληνα πρωθυπουργό η αμερικανική πλευρά έχει σαφή εικόνα για τις βλαπτικές επιπτώσεις που έχει η τουρκική προκλητικότητα για τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή.

Ποια είναι τα κέρδη για τη χώρα μας από τη συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Αμερικανό πρόεδρο;

«Είναι πολλαπλά και πολυεπίπεδα τα οφέλη που προέκυψαν από τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Αμερικανό πρόεδρο, και πραγματικά θεωρώ ότι η ελληνική αποστολή αποκόμισε στην παρούσα φάση το μέγιστο από την επίσκεψη αυτή. Μέσω των συνομιλιών με τον πρωθυπουργό μας ο κ. Τραμπ είχε την ευκαιρία να αποκτήσει ο ίδιος –και όχι μέσω διπλωματικού briefing- μια πολύ πιο σαφή και λεπτομερή εικόνα για τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή, για το ότι η χώρα μας αποτελεί μία αξιόπιστη σύμμαχο των Ηνωμένων Πολιτειών διαδραματίζοντας ρόλο πυλώνα σταθερότητας, αλλά και για το ότι δεν θα δείξουμε καμία ανοχή σε παραβίαση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων

Εξίσου σημαντικές θεωρώ ότι ήταν και οι αναφορές του Αμερικανού προέδρου στη θετική πορεία που διαγράφει η ελληνική Οικονομία, καθώς έστειλαν ένα σαφές μήνυμα ότι η χώρα μας αποτελεί έναν ελκυστικό επενδυτικό προορισμό. Σε κάθε περίπτωση έγινε σαφές ότι οι σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ βρίσκονται στο καλύτερο επίπεδο των τελευταίων δεκαετιών και πως πολλά καλά πράγματα μπορούν να προκύψουν από τη συνεργασία των δύο χωρών».

Η αντιπολίτευση κατηγορεί τον Πρωθυπουργό ότι παρακολουθούσε ως απλός θεατής τον Τραμπ. Πρέπει να υπάρχει κοινή γραμμή και ομοψυχία στα εθνικά θέματα;

«Η ομοψυχία και η χάραξη μιας κοινής γραμμής στα εθνικά θέματα θεωρώ ότι αποτελεί το βασικό προαπαιτούμενο για την υπεράσπιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων και την προώθηση των συμφερόντων της πατρίδας μας. Πραγματικά πιστεύω ότι η εκμετάλλευση τέτοιων διεθνών επαφών ως πεδίο εκτόνωσης μικροπολιτικής ζημιώνει τόσο την πολιτική ζωή του τόπου όσο και την ίδια την χώρα. Ειδικά από τη στιγμή που η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης σε καμία περίπτωση δεν έχουν δώσει δείγματα ότι επιδιώκουν να αφήσουν τα υπόλοιπα κόμματα εκτός των διαδικασιών που λαμβάνουν χώρα».

Μέχρι τώρα η ελληνική κυβέρνηση υποστήριζε ότι πέτυχε τη διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας. Ωστόσο, ο Τραμπ στη συνάντησή του με τον Έλληνα πρωθυπουργό δεν καταδίκασε την τουρκική προκλητικότητα, ενώ δικαιολόγησε τον Ερντογάν που αποδοκίμασε τη δολοφονία Σουλεϊμανί…

«Είναι βέβαιο ότι μετά από τη συνάντηση με τον Έλληνα πρωθυπουργό η αμερικανική πλευρά έχει σαφή εικόνα για τις βλαπτικές επιπτώσεις που έχει η τουρκική προκλητικότητα για τα αμερικανικά συμφέροντα στην περιοχή, και αυτό δεν μπορεί να μη ληφθεί υπ’ όψιν από τις ΗΠΑ σχετικά με την προσπάθεια που γίνεται να εκτονωθεί η ένταση και να τιθασευτεί η προκλητικότητα στην περιοχή».

Tα αντίποινα του Ιράν στις ΗΠΑ και η εν γένει «ανάφλεξη» στη Μέση Ανατολή πώς μπορούν να επηρεάσουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις;

«Βρισκόμαστε σε μία συγκυρία καταιγιστικών εξελίξεων ενός συνεχώς μεταβαλλόμενου περιβάλλοντος και οφείλουμε να αντιμετωπίζουμε τις εξελίξεις αυτές με ψυχραιμία αλλά και ρεαλισμό. Εμείς εξακολουθούμε να επιδιώκουμε το διάλογο και τις σχέσεις καλής γειτονίας, και στοχεύουμε στη σταθερότητα και την ευημερία της ευρύτερης περιοχής. Απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, είναι όλες οι πλευρές να έχουν την ίδια οπτική». 

-Τι θα συμβεί αν η Τουρκία κάνει πράξη τις απειλές της και πραγματοποιήσει έρευνες νότια της Κρήτης;

«Θέλω να ελπίζω ότι δεν θα φτάσουμε στο σημείο αυτό, καθώς μια τέτοια εξέλιξη δεν θα ήταν, τελικά προς το συμφέρον καμίας πλευράς. Πιστεύω ότι η ψυχραιμία και η σοβαρότητα αποτελούν την ορθότερη προσέγγιση των όποιων διαφωνιών ή και προκλήσεων. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν θα χρησιμοποιήσουμε όλα τα νόμιμα μέσα για να προασπίσουμε την εθνική μας κυριαρχία».

 Έχετε χαρακτηρίσει τον απόδημο Ελληνισμό ως «κοιμώμενο γίγαντα». Πώς σχεδιάζετε να τον αφυπνίσετε;

«Οι απανταχού Έλληνες αποτελούν ένα ανεκτίμητο εθνικό κεφάλαιο. Πρόκειται για ανθρώπους που σε πολύ μεγάλο βαθμό έχουν σημαντικά επιτεύγματα στις δεύτερες πατρίδες τους κι αυτό που τους ενώνει, όπου κι αν βρίσκονται, είναι η αστείρευτη και ανιδιοτελής αγάπη για την Πατρίδα.

Ο όρος “κοιμώμενος γίγαντας” θεωρώ περιγράφει εύστοχα το γεγονός πως παρότι αυτοί οι άνθρωποι βοηθούν την πατρίδα όπως μπορούν, εμείς δεν έχουμε καταφέρει να τους συντονίσουμε και να τους αγκαλιάσουμε όσο και όπως θα έπρεπε. Αυτή είναι η βασική μας προτεραιότητα, να δείξουμε σ’ όλους τους Έλληνες ομογενείς ότι η Ελλάδα είναι δίπλα τους ουσιαστικά και σταθερά. Το πρώτο βήμα έγινε με την ψήφο των αποδήμων και θεωρώ ότι θα υπάρξουν πολλές ακόμα κινήσεις στο μέλλον που να ενισχύουν το δεσμό τους με τη μητρική γη. Πριν όμως φτάσουμε στις τεχνικές λεπτομέρειες, αυτό που έχει μεγαλύτερη σημασία είναι να νιώσουν πραγματικά οι άνθρωπο αυτοί ότι είμαστε δίπλα τους, ότι τους θέλουμε δίπλα μας και ότι αν συνεργαστούμε με ομοψυχία και με γνώμονα το συμφέρον της Πατρίδας μπορούμε να πετύχουμε πάρα πολλά».

Το πρώτο σας επίσημο ταξίδι ως υφυπουργός Εξωτερικών ήταν στην Κωνσταντινούπολη, στον εορτασμό των Θεοφανείων. Τι αποκομίσατε από αυτό;

«Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι το πρώτο μου ταξίδι ως υφυπουργός Εξωτερικών ήταν στην Κωνσταντινούπολη, και μάλιστα σε μία από τις μεγαλύτερες εορτές της Ορθοδοξίας μας, στα Θεοφάνεια. Είναι τέτοια η σημασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου αλλά και τέτοια η έκταση του έργου που επιτελεί, που δεν θα μπορούσα να ξεκινήσω από κάπου αλλού. Τόσο ο Οικουμενικός Πατριάρχης όσο και όλοι οι Έλληνες που ζουν και δραστηριοποιούνται στην Κωνσταντινούπολη έχουν την αμέριστη στήριξή μας, γιατί λειτουργούν ως θεματοφύλακες της θρησκευτικής μας παράδοσης, της γλώσσας και της ταυτότητάς μας».

Από την Έντυπη Έκδοση