Τα βίαια επεισόδια στο Καπιτώλιο των ΗΠΑ έχουν δύο αναγνώσεις. Από τη μία πλευρά δείχνουν πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί η μπάλα ακόμα και σε μια δημοκρατική χώρα όταν το τιμόνι της αναλάβει ένας λαϊκιστής ηγέτης και από την άλλη αποδεικνύουν ότι η συσπείρωση των ανθρώπων γύρω από τις αξίες της ελευθερίας, της ισοτιμίας, της ίδιας της ζωής λειτουργεί σαν απροσπέλαστη ασπίδα απέναντι σε κάθε απειλή. Η Αμερική έδωσε μάχη για τη ζωή της στο Καπιτώλιο και κέρδισε την επόμενη μέρα αρκεί ο Τζο Μπάιντεν και η Καμάλα Χάρις να αντιμετωπίσουν γρήγορα και αποτελεσματικά τον εθνικό διχασμό πριν ο τραμπισμός παραμείνει και εδραιωθεί στο νέο συντηρητικό κατεστημένο.

Ο Ντόναλντ Τραμπ αποχώρησε από την προεδρία των ΗΠΑ αφού πρώτα έβαλε φωτιά στο Καπιτώλιο. Οι εικόνες βίας που μεταδόθηκαν σε όλο τον κόσμο την Τετάρτη το βράδυ ήταν η προαναγγελθείσα χαώδης κατάληξη μιας θητείας που αποδυνάμωσε τη χώρα από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού φέρνοντας στην επιφάνεια το αυτοάνοσο νόσημα της, τον βαθύ διχασμό της αμερικανικής κοινωνίας.

Ο 74χρονος Αμερικανός μεγιστάνας κέρδισε την εξουσία παρουσιαζόμενος ως το αντιπρότυπο των συνηθισμένων πολιτικών εκμεταλλευόμενος τη δυσαρέσκεια μεγάλων τμημάτων του αμερικανικού λαού που ένιωθαν αποκομμένα και ξεχασμένα από την πολιτική και οικονομική ελίτ της χώρας. Και κράτησε το τιμόνι της γερά μέχρι το παρά πέντε της κάλπης παρά την ολέθρια στάση του απέναντι στον κορωνοϊό που πληρώνουν μέχρι σήμερα σε ανθρώπινα θύματα και θέσεις εργασίας όλες ανεξαιρέτως οι αμερικανικές πολιτείες. Δεν είναι τυχαίο ότι το 61% των Αμερικανών πιστεύει ότι υπάρχει υπερβολική οικονομική και κοινωνική ανισότητα στη χώρα, ούτε ότι ένας στους πέντε Αμερικανούς τάσσεται υπέρ της εισβολής στο Καπιτώλιο, σύμφωνα με δημοσκόπηση του ινστιτούτου ερευνών YouGov.

Μετά το σύνθημα «σταθείτε πίσω αλλά στο πλάι» που χρησιμοποίησε πολλές φορές στη διάρκεια της θητείας του για να χειραγωγήσει τους οπαδούς του κατά το δοκούν, ο Τραμπ υποκίνησε τα τελευταία δραματικά γεγονότα στις ΗΠΑ στέλνοντας τους το μήνυμα ότι «ποτέ δεν θα πάρετε τη χώρα πίσω με αδυναμία. Πρέπει να δείξετε δύναμη και πρέπει να είστε δυνατοί». Δεν ήταν μια ασύμμετρη απειλή στη δημοκρατία όλα όσα ακολούθησαν στο Καπιτώλιο, όπως έγραψαν πολλοί αναλυτές αυτές τις μέρες, αλλά μια καλοσχεδιασμένη εδώ και καιρό εξέγερση από το παλιό γκρουπ των φανατικών «Stop the steal» με εκτελεστικά όργανα τα μέλη της ακροδεξιάς οργάνωσης «Proud boys», που όλοι φοβόντουσαν και η οποία έμοιαζε πολύ με απόπειρα πραξικοπήματος.

Τα επεισόδια που σημειώθηκαν στο Καπιτώλιο οδηγώντας σε βραχύχρονη αναβολή της επικύρωσης του εκλογικού αποτελέσματος υπέρ του Τζο Μπάιντεν είχαν σαν πρώτο αποτέλεσμα τον θάνατο πέντε ανθρώπων. Σύντομα όμως μετά τις τραγικές εικόνες της βίας έξω και μέσα από το κτίριο, αλλά και τις ανησυχητικές παρουσίες ανθρώπων, όπως ο σαμάνος ηγέτης του κινήματος συνομωσιολογίας QAnon που έβγαζε φωτογραφίες με τους εξεγερθέντες αλλά και αστυνομικούς, η νίκη του Δημοκρατικού προέδρου επικυρώθηκε τάχιστα. Σχεδόν αμέσως οι Ρεπουμπλικάνοι άρχισαν επιτέλους να εγκαταλείπουν τον Τιτανικό του Τραμπ με πρώτον από όλους τον αντιπρόεδρο Μάικ Πενς και σήμερα κάποιοι εξ αυτών ζητούν μαζί με τους Δημοκρατικούς υπό το πρόσταγμα της προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι την απομάκρυνση του από την εξουσία είτε πριν την ορκωμοσία του Μπάιντεν στις 20 Ιανουαρίου είτε αμέσως μετά με την παράλληλη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων του.

Είτε ο Τραμπ απομακρυνθεί με την επίκληση της 25ης τροπολογίας του αμερικανικού συντάγματος που αφορά έναν πρόεδρο που δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά του αλλά δεν παραιτείται οικειοθελώς, είτε μέσω της αποπομπής του μετά από μια καταδίκη της Γερουσίας, η οποία προϋποθέτει απαγγελία κατηγοριών για παράδειγμα περί υποκίνησης ανταρσίας ή απόπειρας ανατροπής της αμερικανικής κυβέρνησης, η ουσία είναι ότι ο Μπάιντεν έχει πάρει το τιμόνι των ΗΠΑ.

Ο δρόμος του ιδίου μαζί με την πολιτικό… νέας κοπής Καμάλα Χάρις με τη μακρά εμπειρία στο χώρο της δικαιοσύνης στο πλευρό του θα είναι δύσκολος, σημειώνουν οι αναλυτές. Η ασέλγεια που πραγματοποιήθηκε εις βάρος του δημοκρατικού πολιτεύματος των ΗΠΑ, ένα κράτος που γνώρισε μόνο τη δημοκρατία ως οργανωτική αρχή, κατέστησε την αντιμετώπιση του διχασμού, του ρατσισμού και του ταξισμού της αμερικανικής κοινωνίας που οδήγησαν στην ανάδυση του τραμπισμού, δηλαδή του κύματος υπέρ των άκρων, περισσότερο επιτακτική από ποτέ.

Η ελπίδα έχει χρώμα μπλε

Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Κόντρα στο αμερικανικό χάος στο Καπιτώλιο που έζησε μαζί με τους Αμερικανούς σοκαρισμένος ο κόσμος ολόκληρος, η βαθιά κόκκινη μέχρι χθες πολιτεία της Τζόρτζια βάφτηκε ολόκληρη μπλε χαρίζοντας στον Τζο Μπάιντεν το πρώτο του προεδρικό δώρο που δεν είναι άλλο από ένα Κογκρέσο υπό τον πλήρη έλεγχο των Δημοκρατικών. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο νέος πρόεδρος θα έχει τουλάχιστον σε επίπεδο νομοθετικής εξουσίας ελεύθερα τα χέρια του για να προωθήσει το πολιτικό του πρόγραμμα, χωρίς να σκοντάφτει συνεχώς στο βέτο των Ρεπουμπλικάνων.

Οι επαναληπτικές εκλογές στην πολιτεία αυτή του αμερικανικού νότου, που από το 1992 και μέχρι τις πρόσφατες εκλογές του Νοεμβρίου ψήφιζε μόνο Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους για την αμερικανική προεδρία, ανέδειξαν νικητές τον χαρισματικό 51χρονο ιερέα Ραφαέλ Γουόρνοκ, τον πρώτο μαύρο γερουσιαστή από τη Τζόρτζια, ο οποίος λειτουργεί στην παλαιά εκκλησία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στην Άτλαντα, και τον 33χρονο δημοσιογράφο και απόφοιτο του LSE Τζον Όσοφ. Πρόκειται για τη μεγάλη νίκη δύο προοδευτικών Δημοκρατικών απέναντι σε δύο πλούσιους ακραίους Τραμπικούς, την 50χρονη κληρονόμο Κέλι Λέφλερ και τον 71χρονο αρνητή της κλιματικής αλλαγής Ντέιβιντ Περντού, η οποία χαιρετίστηκε από τον εγχώριο και το διεθνή Τύπο ως η μεγάλη επιτυχία που κομίζει τη βαθύτερη αλλαγή στο αμερικανικό πολιτικό σκηνικό.

Επί της ουσίας, με την επικράτηση των παραπάνω, οι Δημοκρατικοί (οι οποίοι ελέγχουν ήδη τη Βουλή των Αντιπροσώπων) και οι Ρεπουμπλικανοί διαθέτουν από 50 ψήφους στη Γερουσία, γεγονός που σημαίνει ότι σε περίπτωση «ισοπαλίας» το αποτέλεσμα θα κρίνεται από την ψήφο της αντιπροέδρου, Καμάλα Χάρις, δηλαδή υπέρ του νέου Αμερικανού προέδρου. Σαφώς και η πολιτική θητεία του Τζο Μπάιντεν δεν πρόκειται να είναι εύκολη, όχι μόνο εξαιτίας των όσων τρομερών και φοβερών συνέβησαν στο Καπιτώλιο στην Ουάσινγκτον, αλλά και εξαιτίας του αισθήματος δυσαρέσκειας και αμφιβολίας για την εκλογική του νίκη που επικρατεί σε πολλές μεσοδυτικές πολιτείες της χώρας. Ο Μπάιντεν και η Χάρις θα βρεθούν μετά την ορκωμοσία τους απέναντι σε μία Αμερική διχασμένη και επικίνδυνα πολωμένη, με τη Δημοκρατία της να έχει γίνει χίλια κομμάτια.

Όταν όμως η Τζόρτζια έχει αρχίσει να μοιάζει με την Αριζόνα, την άλλη βαθιά συντηρητική πολιτεία που μετά τη στήριξη που παρείχε στον Τραμπ το 2016, έχει στείλει δύο Δημοκρατικούς γερουσιαστές στην Ουάσινγκτον ενώ ψήφισε υπέρ του Μπάιντεν το Νοέμβριο, η ελπίδα για μία νέα Αμερική που μπορεί να γεννηθεί από τις στάχτες της, μεγαλώνει. Η εκλογική αυτή επιτυχία, που πιστώνεται σε μία και μόνο γυναίκα, τη 46χρονη Στέισι Έιμπραμς, η οποία από ηγέτης της μειοψηφίας στην κρατική Βουλή των Αντιπροσώπων έγινε η κινητήριος δύναμη πίσω από την ίδρυση της ομάδας εγγραφής ψηφοφόρων, New Georgia Project, δείχνει ότι τρόπος να νικηθεί το μίσος και ο λαϊκισμός υπάρχει, απλά χρειάζεται υπέρμετρο κόπο.

Πριν από 200 χρόνια

Το Καπιτώλιο των Ηνωμένων Πολιτειών έχει υπάρξει το σκηνικό βομβιστικών επιθέσεων, μίας απόπειρας δολοφονίας ενός Αμερικανού προέδρου και αμέτρητων διαδηλώσεων στα 200 και πλέον, χρόνια της ιστορίας του.

Για πρώτη φορά την Τετάρτη έγινε ο τόπος μίας ένοπλης εξέγερσης που υποκινήθηκε από τον Αμερικανό εν ενεργεία πρόεδρο. Οι σκηνές εισβολής από τους οπαδούς του Ντόναλντ Τραμπ στους χώρους του μπορούν να παρομοιαστούν μόνο με την πυρκαγιά που έβαλαν στο κτίριο το 1814, τα βρετανικά στρατεύματα στο πλαίσιο γενικευμένης επίθεσης στην Ουάσινγκτον με φόντο τον πόλεμο του 1812. Τότε είχαν απλά καεί έγγραφα και καταστραφεί αγάλματα.

Αργότερα, σε μία κηδεία, το 1835, ο άνεργος ζωγράφος Ρίτσαρντ Λόρενς επιχείρησε να πυροβολήσει τον πρόεδρο Άντριου Τζάκσον, ενώ στη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ο καθηγητής Έρικ Μίντερ έβαλε βόμβα στην αίθουσα υποδοχής της Γερουσίας, η οποία έσκασε χωρίς να τραυματίσει κανέναν. Το 1954, τέσσερις ένοπλοι Πορτορικανοί αυτονομιστές εισέβαλαν στο κτίριο και άνοιξαν πυρ, το 1971 η ακροδεξιά οργάνωση Weather Underground έβαλε βόμβα για τη στρατιωτική δράση στο Λάος, και το 1983 μία ακόμα βόμβα «φυτεύτηκε» ως αντίδραση στις αμερικανικές ενέργειες στη Γρενάδα και το Λίβανο.

Δύο μέτρα και δύο σταθμά

Η αντίθεση ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο οι δυνάμεις επιβολής του νόμου προσπάθησαν να τερματίσουν την εισβολή αυτής της εβδομάδας στο Καπιτώλιο και στην καταστολή με την οποία επέλεξαν να σβήσουν τις ειρηνικές διαδηλώσεις του καλοκαιριού στις ΗΠΑ, δεν είναι απλά έντονη, κινείται στα χρώματα του άσπρου – μαύρου.

«Οι άνθρωποι που διαδηλώνουν ειρηνικά ψεκάζονται με σπρέι πιπεριού για να μπορέσει ο Τραμπ να βγάλει μία φωτογραφία κρατώντας τη Βίβλο μπροστά από μία εκκλησία», έγραψε στο Twitter ο Αμερικανός πρώην ποδοσφαιριστής Σάνον Σαρπ, αναφερόμενος σε ένα από τα πολλά εμπρηστικά συμβάντα που έλαβαν χώρα το καλοκαίρι, στον απόηχο της άδικης δολοφονίας του μαύρου Τζορτζ Φλόιντ ως αποτέλεσμα της υπερχειλίζουσας αστυνομικής βίας που καταγράφεται σε ορισμένες περιοχές των ΗΠΑ.

«Σκέφτομαι όλους τους διαδηλωτές που ειρηνικά εξέφραζαν την αντίθεσή τους στην αστυνομική βία και τους δημοσιογράφους που απλά κάλυπταν τα γεγονότα αλλά τραυματίστηκαν σοβαρά από τις πλαστικές σφαίρες που δέχτηκαν από τις δυνάμεις επιβολής του νόμου το φετινό καλοκαίρι», σχολίασε η δημοσιογράφος Λίμπι Γουάτσον εκτιμώντας ότι ένα από τα θέματα που θα πρέπει να διευκρινιστούν, και στη συνέχεια να επιλυθούν από το νέο ηγετικό και ενωτικό άμα τη εμφανίσει, δίδυμο του Τζο Μπάιντεν και της Καμάλα Χάρις είναι η στάση των δυνάμεων ασφαλείας του Καπιτωλίου απέναντι στα γεγονότα, η οποία χαρακτηρίστηκε από αργή έως γεμάτη ανοχή απέναντι στους εισβολείς (αστυνομικοί έβγαζαν selfies με διαδηλωτές) παρά την τραγική κατάληξη του θανάτου πέντε ανθρώπων.

«Φαίνεται ότι ο κανόνες λεηλασίες ίσον σφαίρες δεν αφορά τους πάντες», ήταν το αιχμηρό σχόλιο του Άνταμ Σέργιερ από το περιοδικό «Atlantic» σε μια ευθεία αναφορά στη δήλωση του Τραμπ για τα καλοκαιρινά γεγονότα στη Μινεσότα, ότι «όταν αρχίζουν οι λεηλασίες, έρχονται οι σφαίρες». Τα γεγονότα του Ιουνίου ήταν μία κομβική στιγμή για το μέλλον της Αμερικής και το ίδιο και αυτά που σημειώθηκαν τον φετινό Ιανουάριο και δεν θα ξεχαστούν από μια παγκόσμια κοινότητα που ποτέ ξανά «δεν θα δει, σεβαστεί, φοβηθεί ή εξαρτηθεί από τον αμερικανικό παράγοντα όπως στο παρελθόν», σύμφωνα με τον Αμερικανό διπλωμάτη και αναλυτή Ρίτσαρντ Χάας.

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»