Σοκαρισμένη παραμένει η τοπική κοινωνία στο Λουτράκι από το άγριο έγκλημα που έγινε πριν από εννέα μέρες.

Μία 43χρονη και ο 42χρονος σύντροφός της, βρέθηκαν νεκροί με την ΕΛΑΣ να πιστεύει ότι πίσω από το φρικιαστικό έγκλημα είναι ο πρώην σύντροφος του θύματος.

Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε η ΕΡΤ1, στο σπίτι στο Φλάμπουρο Λουτρακίου όπου έγινε το φονικό βρέθηκαν ίχνη DNA του άντρα που αναζητείται από την αστυνομία. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι οι αστυνομικοί έχουν στα χέρια τους μαρτυρίες και θέλουν τον βασικό ύποπτο για το έγκλημα να είναι στην Αττική.

Η κόρη της γυναίκας, που δολοφονήθηκε μίλησε στο Live News στο Mega και αποκάλυψε όσα της είχε εκμυστηρευτεί η μητέρα της τονίζοντας ότι το θύμα τον φοβόταν.

«Όντως απειλούσε. Τον φοβότανε γενικότερα. Σίγουρα… της έχει σπάσει το χέρι στο παρελθόν και τέτοια. Ότι υπήρχαν αυτά, υπήρχαν, τώρα… υπήρχε φόβος. Δεν μίλαγε ποτέ η μαμά ήταν κλειστή» ανέφερε η νεαρή κοπέλα.

Η 20χρονη ανέφερε ότι «ξέρω πάρα πολύ καλά ότι φοβόταν και είχε γνωρίσει έναν νέο άνθρωπο, ανθρώπινο είναι έτσι να προχωράμε όλοι την ζωή μας και λογικά δεν του άρεσε γιατί δεν ήταν αυτός. Είναι η μαμά μου, εγώ τον πόνο αυτόν μόνο που τον κάνω εικόνα φρικάρω. Ο τρόπος που έγινε το συγκεκριμένο, η συγκεκριμένη διαδικασία δηλαδή, είναι απάνθρωπο… δεν…»

«Θέλω να νιώσω ξανά ασφαλής»

Όπως ανέφερε η νεαρή είχε γνωρίσει τον βασικό ύποπτο για το φρικιαστικό έγκλημα. «Τον ξέρω τον άνθρωπο, αλλά όχι και πολύ καλά. Τον έχω δει 1 – 2 φορές, αυτό. Μια χαρά ήτανε, αυτό είναι το περίεργο. Νορμάλ, όπως όλοι μας. Καλά, εγώ είμαι σίγουρη ότι είναι αυτός αλλά… δηλαδή όχι απλά σίγουρη, είμαι εντελώς σίγουρη» είπε.

Τώρα, το μόνο που ζητά το 20χρονο κορίτσι, είναι να βρεθεί ο δολοφόνος και να τιμωρηθεί… Για να αισθάνεται και η ίδια ασφάλεια όπως λέει.

«Και πρώτα ο θεός να βρούνε αυτόν τον άνθρωπο που το έχει κάνει, όποιος και εάν είναι αυτός. Γιατί εγώ θεωρώ ότι πραγματικά… θέλω να νιώσω την ασφάλειά μου. Τίποτα άλλο.

Προφανώς και δεν έχω καμία ανάγκη να ακούσω ότι έπαθε κάτι, δεν με αγγίζει αυτό. Απλά θέλω να ξέρω πραγματικά ότι έχω εγώ την ασφάλειά μου και από εδώ και πέρα δεν υπάρχουν αυτά γύρω μας γιατί και φίλη μου να το πάθει που λέει ο λόγος, εγώ θα φρικάρω.»

Όσο για το κενό που αφήνει ο χαμός της μητέρας της, τίποτα δεν μπορεί να το γεμίσει.

Είναι συγκλονιστική η περιγραφή της, τη στιγμή που την είδε και την άγγιξε για τελευταία φορά.

«Και εγώ αισθανόμουνα, έναν πάγο, ένα κενό, ένα τίποτα. Βασανιζόμουν στην διάρκεια της κηδείας , βασανιζόμουν κυριολεκτικά μέσα μου αλλά μόλις τελείωσε η κηδεία πραγματικά, της ακούμπησα το χέρι εγώ γιατί έκανα την κίνηση. Εγώ τότε ηρέμησα, με την ψυχή μου ηρέμησα, γιατί αυτή ήταν πραγματικά τόσο κρύα κι εγώ αισθάνθηκα τόση ζεστασιά».