Τέσσερις σατανικές γυναίκες, βαθιά θρησκευόμενες, που δε θέλησαν ποτέ να «λερώσουν» τα χέρια τους, ευθύνονται για το θάνατο 150 ατόμων και για τον άγριο βασανισμό πολλών περισσότερων. Οι αδερφές «Ποκιάντσι» έχουν κατακτήσει την πρώτη θέση στο μακάβριο βάθρο των πιο αιμοβόρων κατά συρροή δολοφόνων του Μεξικό.  


Αν και έχουν μείνει στην ιστορία με το παρατσούκλι «Ποκιάντσι», τα πραγματικά τους ονόματα ήταν Ντελφίνα, Μαρία ντε Χεσούς, Κάρμεν και Μαρία Λουσία Γκονσάλες Βαλενσουέλα. 

Ο πατέρας τους, Ισίδρο, ήταν ένας σκληρός και βίαιος άντρας. Εργαζόταν ως σερίφης, την περίοδο της δικτατορίας, αλλά διατήρησε το πόστο του ακόμη και μετά την Μεξικανική Επανάσταση που έριξε τη στρατιωτική χούντα. Οι τέσσερις αδερφές, γεννημένες από το 1912 έως το 1927, μεγάλωσαν μέσα σε ένα αυταρχικό περιβάλλον. 


Για τον Ισίδρο βασικό κομμάτι των αρμοδιοτήτων του ήταν να εκτελεί τους αντιφρονούντες. Επί χούντας δολοφονούσε τους εχθρούς του καθεστώτος.

Μετά την πτώση, σκότωνε από μικροαπατεώνες και ταραχοποιά στοιχεία μέχρι άτομα με τα οποία είχε προσωπικές διαφορές. Μάλιστα δε δίσταζε να εκτελεί τα θύματά του μπροστά στα μάτια των τεσσάρων μικρών παιδιών του.

Οι τέσσερις αδερφές Γκονσάλες Βαλενσουέλα…


Όταν γυρνούσε σπίτι και έβγαζε τη στολή, δεν άλλαζαν πολλά. Κακοποιούσε την γυναίκα του και χτυπούσε τις κόρες του σε καθημερινή βάση. Όταν η Κάρμεν έγινε 16, δεν άντεξε άλλο και επιχείρησε να το σκάσει με έναν μεγαλύτερο άντρα με τον οποίο διατηρούσε σχέση. Ο Ισίδρο όμως την πρόλαβε.

Αυτή τη φορά το «ξύλο» δεν αρκούσε. Για να τιμωρήσει την ίδια και να παραδειγματίσει τις υπόλοιπες, εκμεταλλεύτηκε το πόστο του και έκλεισε την κόρη του στη φυλακή.


Η 16χρονη Κάρμεν παρέμεινε φυλακισμένη για 14 μήνες. Κατά το διάστημα αυτό, η εφιαλτική καθημερινότητα των υπόλοιπων γυναικών στο σπίτι έλαβε τέλος.

Ο Ισίδρο σκότωσε εν αγνοία του έναν υψηλά ιστάμενο άντρα και ξαφνικά οι ρόλοι αντιστράφηκαν. Από διώκτης έγινε καταζητούμενος. Έγινε φυγάς και από τότε η τύχη του αγνοείται. Το βέβαιο είναι ότι δεν επέστρεψε ποτέ στην οικογένειά του.

Η αρχή της «επιχειρηματικής» δραστηριότητας 


Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’30, οι τέσσερις αδερφές τα έβγαζαν πέρα δύσκολα. Δούλευαν εξαντλητικά ωράρια σε μία τοπική φάμπρικα κλωστοϋφαντουργίας και έμεναν στο ίδιο σπίτι με την μητέρα και τον πατριό τους.

Η επιχειρηματική τους δραστηριότητα ξεκίνησε όταν οι γονείς τους πέθαναν. Η μεγαλύτερη, η Ντελφίνα, αποφάσισε να επενδύσει το μικρό ποσό που κληρονόμησε. Άνοιξε έναν οίκο ανοχής. 


Στην επαρχία του Χαλίσκο, η πορνεία ήταν παράνομη. Οι τοπικές αρχές όμως δεν διέθεταν τους πόρους να κυνηγήσουν τους παραβάτες. Η Ντελφίνα είχε αγοράσει τη σιωπή μερικών υψηλά ιστάμενων αντρών της ασφάλειας και αισθανόταν ότι δεν διέτρεχε κίνδυνο. Και εκ του αποτελέσματος, είχε δίκιο.


Στην αρχή ήταν μόνη της στην επιχείρηση. Όταν είδαν ότι πήγαινε ανέλπιστα καλά, μπήκαν στο κόλπο και οι υπόλοιπες αδερφές. Από το 1938 έως και το 1964 λειτούργησαν συνολικά τρεις οίκους ανοχής. Ο τελευταίος λεγόταν «Las Poquianchis», από το παρατσούκλι του προηγούμενου ιδιοκτήτη του. Έτσι, οι τρεις γυναίκες έμειναν γνωστές με το ίδιο προσωνύμιο. 


Τα «κολαστήρια» Ποκιάντσι

Τα καθήκοντά των αδερφών Ποκιάντσι ήταν αμιγώς διοικητικά…

Οι τέσσερις κοπέλες είχαν κληρονομήσει την κυνικότητα του πατέρα τους. Σε αντίθεση με εκείνον όμως, δεν θέλησαν ποτέ να λερώσουν τα χέρια τους. Έτσι, ενώ οι οίκοι ανοχής υπάγονταν στην πλήρη δικαιοδοσία τους, τα καθήκοντά τους περιορίζονταν στα αμιγώς διοικητικά.

Κρατούσαν το ταμείο, κανόνιζαν τα ραντεβού με τους πελάτες, φρόντιζαν τα δωμάτια των κοριτσιών, αποφάσιζαν για το μέλλον της κάθε εργάτριας. Για τις «βρώμικες δουλειές» προσλάμβαναν εξωτερικούς συνεργάτες.

Όποτε μία κοπέλα «πάλιωνε», δηλαδή έκλεινε τα 25, έδιναν την εντολή να εκτελείται. Αν κάποια έμενε έγκυος, υπαγόταν σε υποχρεωτική διακοπή της κύησης, ενώ αν από απροσεξία τους το παιδί τελικά γεννιόταν, το σκότωναν αμέσως.

Εκείνες που δεν ήταν υπάκουες ή επιχειρούσαν να το σκάσουν, κατ’εντολή των Ποκιάντσι, τιμωρούνταν αυστηρά. Έμεναν χωρίς νερό και φαγητό για μέρες, βασανίζονταν, βιάζονταν. Πολλές τελικά πέθαιναν από τις κακουχίες.
Ο τρόπος με τον οποίο διάλεγαν τις κοπέλες ήταν επίσης φρικιαστικός.

Έστελναν τους συνεργάτες τους σε φτωχά χωριά του Μεξικό να ψάξουν για οικογένειες με πολλά παιδιά, στις οποίες έταζαν να πάρουν τα κορίτσια για να τους προσφέρουν μια καλύτερη ζωή. Θα ζούσαν ως ψυχοκόρες σε μεγάλα σπίτια καλών οικογενειών, θα μάθαιναν τη δουλειά και θα κέρδιζαν τα προς το ζην.

Οι περισσότεροι δεν δυσκολεύονταν να πειστούν. Έτσι, οι συνεργάτες των Ποκιάντσι γυρνούσαν πίσω στον οίκο με καρότσες γεμάτες από κορίτσια ηλικίας 12 με 15 ετών. 


Η διαδικασία που ακολουθούσε ήταν ακόμη πιο εφιαλτική. Οι αδερφές έβαζαν τις νεοφερμένες στη σειρά, τις έγδυναν και διέταζαν τους υπαλλήλους τους να τις δείρουν και να τις βιάσουν. Με αυτόν τον τρόπο τις προετοίμαζαν για τη δουλειά. Χάρη στις επαφές τους, οι Ποκιάντσι εξασφάλιζαν ιατρικές διαπιστώσεις ότι όλα τα κορίτσια ήταν υγιή. Κάτι τέτοιο φυσικά δεν ίσχυε. Τρέφονταν ελάχιστα, δούλευαν ατελείωτες ώρες και οι συνθήκες υγιεινής στα δωμάτια που ζούσαν στοιβαγμένες,ήταν ανύπαρκτες.


Παρόλα αυτά, οι αδερφές Ποκιάντσι ισχυρίζονταν ότι ήταν βαθιά θρησκευόμενες και είχαν θέσει ορισμένους απαράβατους κανόνες στην επιχείρησή τους για να συμβαδίζουν με τα χριστιανικά τους πιστεύω. Δεν επέτρεπαν στις κοπέλες να φιλούν τους πελάτες στο στόμα, απαγόρευαν κάθε είδους ομοφυλοφιλική πράξη, καθώς και τα όργια. Μάλιστα, είχαν ανοίξει μικροσκοπικές τρύπες στους τοίχους προκειμένου να τις ελέγχουν. Όποια έκανε κάποιο παράπτωμα, βασανιζόταν μέχρι θανάτου.


 Η αποκάλυψη


Το 1964 μία από τις ιερόδουλες κατάφερε να το σκάσει από τον οίκο. Αυτή τη φορά, οι αδερφές Γκονσάλες άργησαν να αντιληφθούν τη φυγή, δίνοντάς της αρκετό χρόνο έτσι ώστε να φτάσει μέχρι το αστυνομικό τμήμα. Ήταν η αρχή του τέλους.

Οι αστυνομικοί άκουσαν σοκαρισμένοι τη μαρτυρία της νεαρής γυναίκας και έστειλαν αμέσως μια ομάδα να ερευνήσει το χώρο που τους υποδείκνυε.

Όταν οι άντρες έφτασαν εκεί, διαπίστωσαν ότι πράγματι στα λιγοστά δωμάτια του χώρου ζούσαν στριμωγμένες σε απάνθρωπες συνθήκες δεκάδες εξαθλιωμένες και κακοποιημένες γυναίκες.

Όταν ερεύνησαν βαθύτερα, ήρθαν αντιμέτωποι με κάτι ακόμη πιο σοκαριστικό. Γύρω από το κτίριο, στις αποθήκες, καθώς και στα οικόπεδα που στεγάζονταν οι προηγούμενοι οίκοι, βρέθηκαν θαμμένα περισσότερα από 90 πτώματα από νεαρές γυναίκες και νεογέννητα βρέφη. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των αρχών, τα πραγματικά τους θύματα ξεπερνούσαν τα 150. 

Όλες οι αδερφές καταδικάστηκαν σε 40 χρόνια φυλάκισης…


Την επόμενη μέρα, τα πρωτοσέλιδα όλης της χώρας είχαν γεμίσει με τα πρόσωπα των τεσσάρων γυναικών. Το σοκ και η οργή που επικράτησε στη μεξικανική κοινωνία ήταν πρωτόγνωρα. Όλοι απαιτούσαν την παραδειγματική τους τιμωρία. 


Οι αδερφές Ποκιάντσι συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν σε δίκη. Καταδικάστηκαν στην ανώτατη των ποινών που ήταν τα 40 χρόνια κάθειρξης. Οι τρεις από τις τέσσερις πέθαναν στη φυλακή. Η Μαρία ντε Χεσούς αποφυλακίστηκε τη δεκαετία του ’80 και άφησε την τελευταία πνοή στο σπίτι της….