Οι «Τιτάνες» του Ευριπίδη Λασκαρίδη στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση

Οι «Τιτάνες» ανεβαίνουν στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση

Από τις 8 μέχρι τις 12 Δεκεμβρίου η παράσταση «Τιτάνες» ανεβαίνει στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση.

Τι έχει αλλάξει μέσα σε αυτά τα χρόνια και επανέρχεται με θέρμη σε αυτό το έργο; «Τίποτα δεν μοιάζει να είναι ίδιο πια. Και το πιο απλό άγγιγμα ακολουθείται από δισταγμό, μια βαθιά εκπνοή μπορεί να φέρει αμηχανία. Δεν συναντιόμαστε όπως παλιά κι όμως η επιθυμία για εγγύτητα δεν σβήνει. Με τους ΤΙΤΑΝΕΣ από το καλοκαίρι του ‘17 ταξιδέψαμε σε δώδεκα χώρες, από τον Καναδά ως το Χονγκ Κονγκ. Τελευταία φορά που παρουσιάστηκε ήταν τον Φλεβάρη του ’20 στo Teatros del Canal στη Μαδρίτη, όταν στις ειδήσεις ακούγαμε για έναν ιό που επέβαλε την απομόνωση.

Πριν καλά καλά το καταλάβουμε, το πλησίασμα, ακόμη και το πιο απλό ακούμπημα, έγιναν ανεπίτρεπτα. Μοιάζει αυτή η εποχή να πέρασε και τα σώματα να μπορούν να ξανασμίξουν χωρίς τόσες αναχαιτίσεις. Στους ΤΙΤΑΝΕΣ οι δυο μας ήρωες — αυτοί οι δυο ανάποδοι και αχώριστοι θεοί — ψάχνουν απ’ την αρχή να βρουν τρόπο να συναντηθούν. Ο εναγκαλισμός τους στο τέλος είναι εναγώνιος και επεισοδιακός, μοιάζει σαν να τα καταφέρνουν επιτέλους να είναι και πάλι μαζί. Έχουν αλλάξει όλα γύρω μας πολύ κι αναζητούμε από την τέχνη να μας βοηθήσει να φανταστούμε τον κόσμο του αύριο. Η γειτνίαση ήταν πάντα φορτισμένη με ένταση, ειδικά στο σημείο όπου το φως που έρχεται, συναντά το σκοτάδι που φεύγει.» απαντά ο ίδιος.

Η δουλειά του Λασκαρίδη, σταθερού συνεργάτη της Στέγης τα τελευταία χρόνια, δεν κατατάσσεται πουθενά και συνάμα απευθύνεται παντού. «Ιερό και βέβηλο, τελετουργικό και πεζό, θείο και κολασμένο. Διαφεύγει από κάθε κατηγορική ταξινόμηση και κάθε ποιοτική αποτίμηση. Δεν είναι θέατρο, ούτε χορός, ούτε περφόρμανς, κι όμως περιέχει στοιχεία από τη φύση όλων αυτών» σημειώνει ο Ιταλός δημοσιογράφος Enrico Pastore.

«Ο Λασκαρίδης είναι ένας τεχνίτης των χρόνων και της εναλλαγής ατμόσφαιρας, ένας δημιουργός απρόσμενων χαρακτήρων, συνδέοντας το οικείο με απόηχους του συμπαντικού» αναφέρει το ισπανικό «Núvol». Στους «Τιτάνες», το αστείο και το σοβαρό εναλλάσσονται διαρκώς και οι ιδέες για το πώς πρέπει να είναι τα πράγματα έχουν ήδη χαθεί. Ο Ευριπίδης Λασκαρίδης οραματίζεται ένα σύμπαν παλαιότερο από τον κόσμο, μια εποχή του νου που ακόμα και οι σκιές είναι ζωντανές και τα πράγματα δεν έχουν σταθερά μεγέθη. Τα ελάχιστα γίνονται πελώρια. Στη σκηνή χωράει όλος ο χώρος και ο χρόνος και από τις λεπτομέρειες αναβλύζουν χωρίς προειδοποίηση η έκπληξη, ο ενθουσιασμός και ο τρόμος. Όσο πιο πίσω πάμε τόσο βλέπουμε να εναλλάσσεται το φως με το σκοτάδι, το σημαντικό με το ασήμαντο.

Στο κέντρο της σκηνής βρίσκονται δύο μοναχικά πλάσματα σε ένα αέναο παιχνίδι φαινομενικά χωρίς σκοπό. Το γέλιο τους μοιάζει ανησυχητικό και η ανησυχία τους προκαλεί το γέλιο. Κι όμως, ο κόσμος τους είναι φτιαγμένος με τα ίδια υλικά, τα ίδια αισθήματα και τις ίδιες σκέψεις που είναι φτιαγμένος κι ο δικός μας. Οι αποτυχίες τους μετασχηματίζονται σε μια υπεράσπιση των δικών μας. «Βρισκόμαστε ενώπιον αυτού του έργου, που είναι μοναδικό στο είδος του, που δεν θυμίζει τίποτε άλλο, κάτι που μοιάζει με την πρωτοφανή έκπληξη που βιώνει ένα παιδί στο θέατρο, όταν αντικρίζει τη μεταμόρφωση, την ψευδαίσθηση, την επινόηση. Είναι πολύτιμο.» γράφει η Catherine Lalonde στο γαλλικό Le Devoir».