Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα χρειάζεται άμεσες αποφάσεις, όχι αναμονή
Είναι καιρός να καταργηθούν οριστικά μέτρα που εξακολουθούν να επιβαρύνουν αδικαιολόγητα την επιχειρηματικότητα
Η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα έχει αποδείξει ότι διαθέτει αξιοσημείωτες αντοχές. Παρά τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών, επιχειρήσεις αυτού του μεγέθους επένδυσαν, δημιούργησαν θέσεις εργασίας και συνέβαλαν καθοριστικά στη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Ωστόσο, η καθημερινότητά τους αλλά και αυτή των νοικοκυριών εξακολουθεί να επιβαρύνεται από την παρατεταμένη ακρίβεια, ένα πρόβλημα που υπονομεύει κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια.
Η πρόσφατη σύσκεψη στο Μέγαρο Μαξίμου, υπό τον πρωθυπουργό, με τη συμμετοχή και εκπροσώπων της βιομηχανίας και των σούπερ μάρκετ, κατέληξε, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις, σε συμφωνία για δραστικές μειώσεις τιμών σε βασικά προϊόντα από τις αρχές Σεπτεμβρίου. Πρόκειται, αναμφίβολα, για μια θετική εξέλιξη, καθώς επιβεβαιώνει ότι όλοι αναγνωρίζουν την ανάγκη αποκλιμάκωσης των τιμών.
Εκείνο, όμως, που δύσκολα μπορεί να κατανοήσει ένας καταναλωτής ή ο ιδιοκτήτης μίας μικρομεσαίας επιχείρησης είναι γιατί οι μειώσεις αυτές πρέπει να περιμένουν δύο, ακόμη, μήνες. Η κοινωνία δεν έχει την πολυτέλεια της αναμονής. Κάθε ημέρα που περνά με το σημερινό επίπεδο τιμών επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα οικογενειακά εισοδήματα και περιορίζει τη δυνατότητα κατανάλωσης. Και όταν ο πολίτης αναγκάζεται να διαθέτει ολοένα μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του για τα απολύτως απαραίτητα, είναι αυτονόητο ότι περιορίζει όλες τις υπόλοιπες αγορές.
Αυτό έχει άμεσο αντίκτυπο στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα. Οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις επιβιώνουν από τη συνολική κίνηση της αγοράς. Από τον καταναλωτή που θα αγοράσει ένα ρούχο, ένα δώρο, θα επισκεφθεί ένα κατάστημα εστίασης, θα πραγματοποιήσει μια επισκευή, θα χρειαστεί μια υπηρεσία. Όταν, όμως, ολόκληρο το διαθέσιμο εισόδημα εξαντλείται στα τρόφιμα, στην ενέργεια και στα καύσιμα, η υπόλοιπη αγορά στερεύει από ρευστότητα.
Για το λόγο αυτό, θεωρώ ότι οι μειώσεις τιμών πρέπει να εφαρμοστούν άμεσα. Δεν υπάρχει κανένας λόγος καθυστέρησης εφόσον υπάρχει κοινή βούληση και συναντίληψη μεταξύ πολιτείας και αγοράς. Η άμεση ανακούφιση των καταναλωτών θα αποτελέσει ταυτόχρονα και ένεση ζωής για χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις που βλέπουν καθημερινά τον κύκλο εργασιών τους να συρρικνώνεται.
Παράλληλα, είναι επιτακτική η ανάγκη να ληφθούν πιο δραστικά μέτρα που θα μειώσουν το κόστος διαβίωσης. Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η μείωση του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά αποτελεί ένα μέτρο με άμεσο κοινωνικό αποτύπωμα. Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες εφαρμόστηκαν αντίστοιχες πολιτικές προκειμένου να περιοριστούν οι συνέπειες του πληθωρισμού. Η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμο εργαλείο, ώστε να στηρίξει αποτελεσματικά τους πολίτες.
Αντίστοιχα, θεωρώ ότι έχει πλέον ωριμάσει ο χρόνος για τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα. Η κατάσταση στη Μέση Ανατολή φαίνεται να αποκλιμακώνεται, και ήδη οι διεθνείς τιμές του πετρελαίου έχουν υποχωρήσει αισθητά. Είναι, λοιπόν, εύλογο να μεταφερθεί το όφελος αυτό και στην ελληνική Οικονομία. Η μείωση του κόστους των καυσίμων δεν αφορά μόνο τους οδηγούς. Επηρεάζει το κόστος μεταφοράς προϊόντων, τη λειτουργία των επιχειρήσεων και, τελικά, το συνολικό επίπεδο των τιμών στην αγορά.
Η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, όμως, δεν εξαντλείται μόνο στην αντιμετώπιση της ακρίβειας. Η χώρα έχει, πλέον, αφήσει πίσω της τα χρόνια των μνημονίων. Είναι, λοιπόν, καιρός να καταργηθούν οριστικά μέτρα που εξακολουθούν να επιβαρύνουν αδικαιολόγητα την επιχειρηματικότητα.
Η προκαταβολή φόρου για τις επιχειρήσεις αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας επιβάρυνσης που δεσμεύει πολύτιμη ρευστότητα. Αντί να επιτρέπει στις επιχειρήσεις να επενδύσουν και να αναπτυχθούν, αφαιρεί κεφάλαια που είναι απαραίτητα για την καθημερινή λειτουργία τους. Αντίστοιχα, θεωρούμε ότι πρέπει να καταργηθεί και το Τέλος Επιτηδεύματος για τα νομικά πρόσωπα, ουσιαστικά ένα χαράτσι που συνεχίζει να προβληματίζει μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού κόσμου.
Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα της χρηματοδότησης. Παρά τις θετικές επιδόσεις της ελληνικής Οικονομίας και τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό. Η αγορά εξακολουθεί να στερείται «ζεστού» χρήματος, γεγονός που περιορίζει τις επενδύσεις, τις νέες συνεργασίες και συνολικά την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας.
Απαιτούνται περισσότερο ευέλικτα χρηματοδοτικά εργαλεία και ουσιαστικές παρεμβάσεις που θα επιτρέψουν και στις μικρές επιχειρήσεις να έχουν πρόσβαση σε κεφάλαια με λογικούς όρους. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να αφορά μόνο τις μεγάλες επιχειρήσεις. Η πραγματική δύναμη της ελληνικής Οικονομίας παραμένει η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα.
Την ίδια στιγμή, δεν μπορούμε να αγνοούμε το τεράστιο βάρος του ιδιωτικού χρέους. Χιλιάδες επαγγελματίες προσπαθούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, αλλά βλέπουν τις αρχικές οφειλές να διογκώνονται συνεχώς από τόκους και προσαυξήσεις που σε πολλές περιπτώσεις υπερβαίνουν κάθε λογική.
Η πρόσφατη πρόβλεψη του πολυνομοσχεδίου του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών για δυνατότητα ρύθμισης έως και 72 δόσεων, αποτελεί ένα βήμα. Ωστόσο, χρειάζεται να προχωρήσουμε ακόμη περισσότερο. Η δική μας πρόταση είναι σαφής και απολύτως ρεαλιστική. Οι οφειλέτες πρέπει να καταβάλουν το αρχικό ποσό της οφειλής τους, με μια εύλογη και δίκαιη προσαύξηση. Αυτό που δεν μπορεί να συνεχιστεί είναι η συσσώρευση υπέρογκων τόκων που καθιστούν πρακτικά αδύνατη την αποπληρωμή και οδηγούν πολλές επιχειρήσεις σε οικονομικό αδιέξοδο.
Σήμερα περισσότερο από ποτέ, απαιτείται ένα συνεκτικό σχέδιο που θα στηρίζει ταυτόχρονα την κοινωνία και την επιχειρηματικότητα. Η αποκλιμάκωση των τιμών, η μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης, η ενίσχυση της ρευστότητας και η ουσιαστική αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους δεν αποτελούν αποσπασματικές παρεμβάσεις. Είναι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας.
Η ελληνική Οικονομία μπορεί να συνεχίσει την αναπτυξιακή της πορεία μόνο εφόσον στηρίζεται σε υγιείς μικρομεσαίες επιχειρήσεις και σε καταναλωτές που διαθέτουν πραγματική αγοραστική δύναμη. Όσο καθυστερούν οι αναγκαίες αποφάσεις, τόσο αυξάνεται το κόστος για όλους.
Η αγορά δεν ζητά προνόμια. Ζητά συνθήκες που θα της επιτρέψουν να λειτουργήσει, να επενδύσει και να δημιουργήσει. Και αυτές οι συνθήκες πρέπει να διαμορφωθούν τώρα. Όχι τον Σεπτέμβριο.
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.