Οι προϋποθέσεις για ισχυρή και βιώσιμη ανάπτυξη
Η ελληνική Οικονομία έχει καταφέρει πολλά τα τελευταία χρόνια, καταβάλλοντας αντίστοιχα βαρύ τίμημα
Είναι αλήθεια πως η ελληνική Οικονομία, μετά από παρατεταμένους και ισχυρούς κλυδωνισμούς, επιστρέφει, σταδιακά, στην κανονικότητα. Με βάση τα στατιστικά δεδομένα, οι ρυθμοί οικονομικής μεγέθυνσης υπερβαίνουν σταθερά τον αντίστοιχο μέσο όρο των χωρών της Ευρωζώνης, η αγορά εργασίας ενισχύεται, με ταυτόχρονη αποκλιμάκωση της ανεργίας, ενώ οι επενδύσεις παρουσιάζουν σημαντική άνοδο.
Σε διεθνές επίπεδο, η εικόνα και η αξιοπιστία της χώρας έχει αναβαθμιστεί ριζικά, όπως επιβεβαιώνεται και από τις αποδόσεις του ελληνικού 10ετούς ομολόγου, οι οποίες είναι χαμηλότερες του αντίστοιχου αμερικανικού και βρετανικού και εφάμιλλες με εκείνες του γαλλικού και του ιταλικού, αλλά και από τις αξιολογήσεις των σχετικών διεθνών οίκων.
Σε αυτήν την εξέλιξη καταλυτικό ρόλο έχει διαδραματίσει η συρρίκνωση του δημοσίου χρέους, μετά και τις αποφάσεις για την, τμηματικά, πρόωρη αποπληρωμή του, αλλά και με την επίτευξη πλεονασμάτων (1,7% του ΑΕΠ το 2025), τόσο ως ποσοστό στο ΑΕΠ (146,1% το 2025) όσο και ως απόλυτο μέγεθος (400,5 δισ. ευρώ το ίδιο έτος). Ως εκ τούτου, θωρακίζεται η εμπιστοσύνη των αγορών και βελτιώνεται η αντιμετώπιση και από τις αγορές.
Παράλληλα, η αξιοποίηση του Ταμείου Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης, και γενικότερα ευρωπαϊκών πόρων, λειτουργεί ευεργετικά για τη μεγέθυνση και έχουν συμβάλει στην αποτελεσματικότερη λειτουργία του κράτους και των δημοσίων υπηρεσιών. Στα επιτεύγματα της Οικονομίας συγκαταλέγεται, επίσης, και ο σταδιακός μετασχηματισμός του παραγωγικού μοντέλου, όπως μαρτυρεί η ενίσχυση της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας στη μεταποίηση και η αύξηση των εξαγωγών.
Παρά, όμως, τις μεταρρυθμίσεις, η χαμηλή ταχύτητα της μετάβασης σε ένα περισσότερο ανθεκτικό και βιώσιμο οικοσύστημα παραγωγής, καθώς και η μεγάλη απόκλιση από το μέσο όρο της Ευρώπης συνεπάγονται καθυστερήσεις στη σύγκλιση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές Οικονομίες. Η ελληνική Οικονομία οφείλει να ξεπεράσει εμπόδια και παγιωμένες προκλήσεις, και μάλιστα άμεσα.
Η μεγάλη εξάρτηση των επενδύσεων από το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο τερματίζει τη λειτουργία του τον Αύγουστο, προκαλεί ένα ακόμη εμπόδιο στην προσπάθεια διαμόρφωσης ενός νέου και βιώσιμου επενδυτικού μοντέλου. Χωρίς να υποτιμάται η μέχρι σήμερα πρόοδος, η επενδυτική δραστηριότητα χαρακτηρίζεται ως ευάλωτη και η συρρίκνωση των προς επένδυση πόρων επιτείνουν τον ανησυχία για το μέλλον.
Στο ίδιο πλαίσιο συγκαταλέγεται και η αξιολόγηση της Οικονομίας ως προς την ανταγωνιστικότητά της. Σύμφωνα με τη σχετική κατάταξη του Ινστιτούτου IMD, η Ελλάδα παρέμεινε για δεύτερη χρονιά στην 50ή, σε σύνολο 70, θέση, εξέλιξη που δεν συνάδει με τη μέχρι σήμερα μεταρρυθμιστική προσπάθεια και κόπωση. Η ανταγωνιστικότητα της Οικονομίας βάλλεται και από τον επίμονα υψηλότερο, του μέσου όρου της Ευρωζώνης, ρυθμό πληθωρισμού. Το ανοδικό επίπεδο τιμών υπονομεύει την πραγματική αγοραστική δύναμη, περιορίζει την κατανάλωση, ενώ την ίδια στιγμή διογκώνει το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα να πλήττεται η βιωσιμότητά τους.
Οι παραπάνω δυσμενείς εξελίξεις, εν μέσω μάλιστα ενός ιδιαίτερα ρευστού και αβέβαιου οικονομικού και επιχειρηματικού περιβάλλοντος διεθνώς, αποτυπώνονται και στις εκτιμήσεις για την οικονομική μεγέθυνσης της Οικονομίας τα επόμενα χρόνια. Τόσο το υπουργείο Οικονομικών όσο και άλλοι διεθνείς και εγχώριοι φορείς κάνουν λόγο για σαφή επιβράδυνση της μεγέθυνσης το 2026 (σε 1,8% έως 2,0%), με αρνητικό αντίκτυπο στα βασικά μακροοικονομικά μεγέθη της χώρας.
Ως εκ τούτου, αναδύονται αναπόδραστα νέες προκλήσεις για την επιχειρηματικότητα και για το εμπόριο. Οι επιχειρήσεις, και ειδικότερα οι εμπορικές, οι οποίες αποτελούν ένα ιδιαίτερα νευραλγικό τμήμα της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης της χώρας, έρχονται αντιμέτωπες με εξαιρετικά υψηλό λειτουργικό κόστος, περιορισμένη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, υψηλές φορολογικές επιβαρύνσεις και διογκωμένη γραφειοκρατία. Η μετάβαση στην ψηφιακή εποχή συνοδεύεται συχνά από νέα βάρη και χρονοβόρες διαδικασίες, ενώ το μισθολογικό και μη, κόστος αυξάνονται δυσανάλογα σε σχέση με την πραγματική αντοχή χιλιάδων ΜμΕ.
Επιπρόσθετα, οι εμπορικές επιχειρήσεις καλούνται να αντιμετωπίσουν τον αθέμιτο ανταγωνισμό που προέρχεται από ηλεκτρονικές πλατφόρμες εκτός Ε.Ε., ένα ζήτημα που απασχολεί, πλέον, όλες τις αναπτυγμένες Οικονομίες. Μάλιστα, οι πιέσεις προς τις εμπορικές ΜμΕ γίνονται οξύτερες αν ληφθεί υπόψη η αναγκαστική ανακατεύθυνση των καταναλωτών σε αγαθά και υπηρεσίες ανελαστικής ζήτησης, εξαιτίας της ανόδου του κόστους ζωής.
Συνεπώς, καθίσταται άμεση η ανάγκη λήψης μέτρων για την ουσιαστική αναχαίτιση των προκλήσεων και την ενδυνάμωση των ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης της χώρας. Στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις που θα διευκολύνουν την επιχειρηματικότητα και θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα, χωρίς μάλιστα δημοσιονομικό αποτύπωμα, περιλαμβάνονται προτάσεις, όπως η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε σύγχρονα προγράμματα εκπαίδευσης και κατάρτισης, η καθιέρωση της αρχής «Once Only» στις συναλλαγές επιχειρήσεων με το Δημόσιο, η επίσπευση προβλεπόμενων διαδικασιών στα τελωνεία, η δημιουργία ενιαίας ψηφιακής πύλης επιχειρήσεων, η θεσμοθέτηση πλαισίου «Safe Harbour» για τεχνικές δυσλειτουργίες ψηφιακών συστημάτων, η ισότιμη πρόσβαση των εμπορικών επιχειρήσεων σε εξειδικευμένα εθνικά και ευρωπαϊκά προγράμματα κ.ά.
Την ίδια στιγμή, οι επιχειρήσεις χρειάζονται ελαφρύνσεις για την τόνωση της βιωσιμότητάς τους, όπως η εξαίρεση των ατομικών επιχειρήσεων λιανικού εμπορίου από το τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης, η κατάργηση του Τέλους Επιτηδεύματος, και για τα νομικά πρόσωπα η μείωση του συντελεστή προκαταβολής φόρου αλλά και του συντελεστή φόρου εισοδήματος νομικών προσώπων στο 20%, η συρρίκνωση των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών κατά 1,0 π.μ., κ.ά.
Εν κατακλείδι, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η ελληνική Οικονομία έχει καταφέρει πολλά τα τελευταία χρόνια, καταβάλλοντας αντίστοιχα βαρύ τίμημα. Εντούτοις, αυτό δεν πρέπει να αποτελεί αιτία εφησυχασμού, ιδιαίτερα εν μέσω διεθνών γεωοικονομικών κινδύνων, αβεβαιότητας και συγκρούσεων. Πλέον, οφείλει να πορευθεί με νέα μεταρρυθμιστική δυναμική, που θα ενισχύσει την ανθεκτικότητα των επιχειρήσεων και της κοινωνίας.
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.