Αισιόδοξο είναι το μήνυμα που στέλνει ο αναπληρωτής υπουργός Ανάπτυξης και Επενδύσεων Νίκος Παπαθανάσης στη συνέντευξή του στη «Βραδυνή της Κυριακής» για την πορεία των επενδύσεων στη χώρα. Όπως σημειώνει, η Ελλάδα το 2020, παρά το γεγονός ότι ήταν μία χρονιά που επλήγη από την πανδημία, παρουσίασε αύξηση 77% στην προσέλκυση ξένων επενδύσεων, ενώ ο νέος αναπτυξιακός νόμος θα αποτελέσει έναν σημαντικό επιταχυντή της ελληνικής Οικονομίας. Θα λειτουργήσει ως ένα ελκυστικό εργαλείο για την πολυεπίπεδη κρατική ενίσχυση προς τις ιδιωτικές επενδύσεις. Μπαίνει «φρένο» στην γραφειοκρατία και θα χρειάζονται κατά μέσο όρο μόνο περίπου 70 ημέρες για να ολοκληρώνονται οι εγκρίσεις των επενδυτικών σχεδίων.

Βρισκόμαστε μπροστά στο 4ο κύμα της πανδημίας, με την επέλαση της μετάλλαξης Δέλτα. Σας προβληματίζει το πλήγμα που πρόκειται να δεχθούν ξανά οι επιχειρήσεις; Πώς σκοπεύετε να τις διατηρήσετε βιώσιμες;

«Βεβαίως και προβληματίζει την κυβέρνηση το ενδεχόμενο να πληγεί για μία ακόμα φορά η Αγορά και όλα όσα έχουμε πετύχει όλοι οι Έλληνες καθ’ όλη τη διάρκεια αυτής της περιπέτειας. Για αυτόν τον λόγο, εξετάζεται διαρκώς και με μεγάλη προσοχή η κατάσταση, και βάσει των υποδείξεων των ειδικών επιστημόνων λαμβάνονται και οι ανάλογες πολιτικές αποφάσεις. Ο προβληματισμός προκαλείται τόσο από την πορεία της μετάλλαξης όσο και από το ποσοστό των ανεμβολίαστων συμπολιτών μας. Αυτήν τη φορά, όμως, ούτε η Οικονομία ούτε η χώρα θα ξανακλείσουν λόγω της αρνητικής στάσης ορισμένων. Όπως είπε και ο πρωθυπουργός κατά την ανακοίνωση των τελευταίων μέτρων περί της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού, δεν κινδυνεύει η Ελλάδα αλλά οι ανεμβολίαστοι Έλληνες. Και όσοι δεν εμβολιάζονται, δεν θα οδηγήσουν τον τόπο σε καθολικές απαγορεύσεις. Πρόκειται για σαφέστατη τοποθέτηση».

Το μήνυμα που στέλνει η κυβέρνηση είναι ότι, πλέον, δεν υπάρχουν άλλα χρήματα για μέτρα στήριξης λόγω της πανδημίας. Υπάρχουν, ωστόσο, χρήματα για ένα μεταβατικό στάδιο, για να μην δούμε λουκέτα και ανέργους;

«Η κυβέρνηση από την πρώτη κιόλας στιγμή της διαχείρισης της πανδημίας στήριξε τις επιχειρήσεις, τις θέσεις εργασίας και τα ελληνικά νοικοκυριά. Τα μέτρα στήριξης, όπως γνωρίζετε, έφτασαν τα 41 δισ. ευρώ. Η ελληνική Οικονομία έχει καταφέρει, παρά την πανδημία, να καταγράφει θετικά δείγματα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι διεθνείς Οίκοι έχουν αναβαθμίσει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας μας δύο φορές το τελευταίο διάστημα.  Δανειζόμαστε, πλέον, με ιστορικά χαμηλά επιτόκια, και αυτό είναι αποτέλεσμα της αξιοπιστίας μας, της συνετής διαχείρισης –σε αντίθεση με τις προτροπές της αξιωματικής αντιπολίτευσης που αξίωνε να διοχετεύσουμε αλόγιστα ρευστό στην αγορά– αλλά και της θετικής προοπτικής της ελληνικής Οικονομίας. Οι παραπάνω προϋποθέσεις έχουν εξασφαλίσει υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, καθώς και όλες τις προϋποθέσεις για να περάσουμε στο επόμενο βήμα της συγκροτημένης ανάκαμψης της Οικονομίας. Ας μην ξεχνάμε ότι πριν από λίγες ημέρες, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις θερινές οικονομικές προβλέψεις της προέβλεψε ρυθμούς ανάπτυξης 4,3% για το 2021 και 6% για το 2022».

Παρουσιάσατε το νέο αναπτυξιακό νόμο. Ποια είναι τα πλεονεκτήματά του σχετικά με τον προηγούμενο;

«Ο νέος αναπτυξιακός νόμος θα αποτελέσει, στην ουσία, έναν πολύ σημαντικό επιταχυντή της ελληνικής Οικονομίας. Ένα ελκυστικό εργαλείο για την πολυεπίπεδη κρατική ενίσχυση προς τις ιδιωτικές επενδύσεις. Τα πλεονεκτήματά του σε σχέση με τον προηγούμενο νόμο είναι πάρα πολλά. Καταρχάς, θα περιλαμβάνει 12 θεματικά καθεστώτα ενίσχυσης και στηρίζεται πάνω στους εξής πυλώνες: Στο Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία –έκθεση Επιτροπής Πισσαρίδη–, στο Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας –Ελλάδα 2.0–, στο Νέο Χάρτη Περιφερειακών Ενισχύσεων, στους στόχους του ΕΣΠΑ ’21 -’27 και της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης –Industry 4.0– καθώς και στις ανάγκες προσαρμογής των καθεστώτων ενίσχυσης στη σημερινή ελληνική και διεθνή πραγματικότητα στις οποίες δεν μπορούσε να ανταποκριθεί το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο. Ο νέος νόμος, λοιπόν, βάζει σε νέα πλαίσια τη σχέση Κράτους και υποψήφιου επενδυτή, η οποία θα βασίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη χωρίς το Δημόσιο να χάνει τα δικαιώματά του όσον αφορά στον έλεγχο και τη συνέπεια του επενδυτή κατά την εξέλιξη του σχεδίου του».

Ένα μεγάλο πρόβλημα είναι η γραφειοκρατία, η οποία είναι χρονοβόρα για να ενταχθεί μία επιχείρηση σε επιδοτούμενο πρόγραμμα. Πώς θα την ξεπεράσετε;

«Με τρία βασικά και αποτελεσματικότατα εργαλεία: Τη διαλειτουργικότητα μεταξύ των συστημάτων και άλλων φορέων του Δημοσίου, την ψηφιοποίηση και την απλούστευση. Υιοθετούμε σύγχρονα εργαλεία γνωστοποίησης και προωθούμε γρήγορες και “έξυπνες” λύσεις κατά τη διαδικασία των εγκρίσεων, αλλά και κατά τη φάση υλοποίησης και ελέγχου της πορείας του έργου. Η σχέση μας με τον επενδυτή και την επιχειρηματική κοινότητα διέπεται από εμπιστοσύνη. Εκτιμάται ότι θα χρειάζονται μόνο κατά μέσο όρο περίπου 70 ημέρες για να ολοκληρώνονται οι εγκρίσεις των επενδυτικών σχεδίων».

Η περιφέρεια πάσχει περισσότερο από δουλειές. Ποια είναι τα βασικά εργαλεία για να επιταχύνετε τις διαδικασίες στις ιδιωτικές επενδύσεις στην περιφέρεια;

«Σχεδιάζονται αλλαγές στον χάρτη των περιφερειακών ενισχύσεων, οι οποίες θα οδηγήσουν σε αναβάθμισή τους. Προβλέπονται προσαυξημένα ποσοστά σε σχέση με τα σημερινά, ενώ μεταξύ των περιοχών που θα ενισχυθούν, θα είναι και οι περιοχές απολιγνιτοποίησης. Τα νέα στοιχεία που αφορούν στην απολιγνιτοποίηση δείχνουν ιδιαίτερα αυξημένα ποσοστά στη Δυτική Μακεδονία, τη Μεγαλόπολη, την Κρήτη, το Βόρειο και το Νότιο Αιγαίο. Σε κάθε περίπτωση, οι κρατικές ενισχύσεις για την περίοδο 2022–2027 θα είναι αυξημένες από 5% έως 25% σε σύγκριση με ό,τι ισχύει στην παρούσα φάση. Επενδύσεις σημαίνουν περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες νέες θέσεις εργασίας».

Ποια επιπλέον κίνητρα εξετάζετε να δώσετε για να προσελκύσετε άμεσα ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα; Υπάρχει ενδιαφέρον για νέες μεγάλες επενδύσεις στη χώρα;

«Ο νέος αναπτυξιακός νόμος προβλέπει θεματικά καθεστώτα ενίσχυσης που περιλαμβάνουν δραστηριότητες συμβατές με τη νέα εθνική αναπτυξιακή πολιτική. Οι δραστηριότητες αυτές, αφορούν στον πράσινο και ψηφιακό μετασχηματισμό, την προώθηση της Έρευνας, της Καινοτομίας και της Εξωστρέφειας, την ενίσχυση του Τουρισμού και των εναλλακτικών μορφών του, καθώς και την Αγροδιατροφή. Το επενδυτικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα είναι πρωτόγνωρα αυξημένο, και αυτό δικαιολογεί την εκτίμησή μας ότι ήδη έχει ανοίξει ο μεγαλύτερος επενδυτικός κύκλος στην ιστορία της χώρας.

Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η Ελλάδα απολαμβάνει τη διεθνή εμπιστοσύνη των επενδυτών, κάτι που αποτυπώνεται με κάθε σαφήνεια και στην έρευνα της Ernst & Young. Σύμφωνα με τα ευρήματα της φετινής έρευνάς της, με τίτλο “Attractiveness Survey”, στην Ελλάδα καταγράφεται αύξηση της τάξης του 77% στην προσέλκυση Άμεσων Ξένων Επενδύσεων το 2020, σε χρονιά που σημαδεύτηκε από τις αρνητικές επιπτώσεις της πανδημίας. Κατά το ίδιο διάστημα, οι Άμεσες Ξένες Επενδύσεις στην Ευρώπη σημείωναν πτώση κατά 13%. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας EY European Investment Monitor (EIM), η χώρα μας καταγράφει σημαντικό άλμα, καθώς προσέλκυσε 39 Άμεσες έναντι 22 το 2019 και 11 που ήταν ο μέσος όρος κατ’ έτος κατά την 20ετία 2000-2019. Για πρώτη φορά, λοιπόν, η Ελλάδα κατατάσσεται μεταξύ των 10 περισσότερο υποσχόμενων ευρωπαϊκών χωρών για νέα επιχειρηματικά – επενδυτικά εγχειρήματα. Είναι σαφές ότι πρόκειται για αδιαμφισβήτητη ένδειξη της θετικής προοπτικής της ελληνικής Οικονομίας».

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»