Είχε στην «τσέπη» του το Όσκαρ αλλά έφυγε με τις… πουέντ στα χέρια
Ο Τιμοτέ Σαλαμέ επιβεβαίωσε ότι η αλαζονεία προηγείται της πτώσης
Ο Τιμοτέ Σαλαμέ από αγαπημένο παιδί των κριτικών του κινηματογράφου έγινε τη βραδιά των Όσκαρ ο περίγελος των κινηματογραφόφιλων σε όλο τον κόσμο, επιβεβαιώνοντας όσους τον κατηγορούν για αλαζονεία. Όπως, όμως, δήλωσε η Φραν Ντρέσερ, η διασημότερη «νταντά» της μικρής οθόνης, «μαθαίνεις όσο ζεις. Είναι νέος, έχει ταλέντο και θα τα καταφέρει»…
O Τιμοτέ Σαλαμέ είναι όμορφος και ταλαντούχος. Και αν το πρώτο μπορεί να αμφισβητηθεί από όσους έχουν διαφορετικά γούστα, το δεύτερο δεν σηκώνει συζήτηση, καθώς αποτελεί τον πρώτο ηθοποιό μετά τον Μάρλον Μπράντο που στην ηλικία των 30 ετών έχει ήδη τρεις υποψηφιότητες για Όσκαρ. Και εκεί που τίποτα δεν έμοιαζε να ανακόπτει την πορεία του για να κρατήσει στα χέρια του το χρυσό αγαλματίδιο για την ερμηνεία του στην ταινία «Marty Supreme», η μεγαλύτερη συζήτηση στην πρόσφατη 98η απονομή των βραβείων Όσκαρ ήταν ότι ο φωτογενής Γαλλοαμερικανός έφυγε τελικά με άδεια χέρια. Έφταιγε η Κάιλι Τζένερ, εδώ και τρία χρόνια σύντροφός του, που έλαμψε στο πλευρό του με μια κατακόκκινη λαμπερή τουαλέτα, και η οικογένεια των Καρντάσιανς, που οι Αμερικανοί –και όχι μόνο– αγαπούν να μισούν; Ή, μήπως, η ατυχής –επίσης εξαιρετικά πρόσφατη– δήλωση του ιδίου, ότι ο κόσμος πια δεν ασχολείται με την όπερα και το μπαλέτο που του στοίχισε το Χρυσό Αγαλματίδιο που τόσο πολύ ποθούσε, αφού, όπως είχε πει, κυνηγά το μεγαλείο, κατονομάζοντας μάλιστα ως πρότυπό του τον εξαιρετικό Ντάνιελ Ντέι Λιούις;
Την ώρα που σοβαρά έντυπα προβαίνουν σε αναλύσεις επί αναλύσεων για τη δήλωσή του, η πληθωρική σύντροφός του ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την αδελφή του, που θύμισε στην έκφρασή της κάτι από τη δικιά μας αγαπημένη Τασώ Καββαδία, οι περισσότεροι δημοσιογράφοι συμπεραίνουν ότι η αλήθεια βρίσκεται κάπου στη μέση. Οι Καρντάσιανς πραγματικά δεν είναι τόσο αγαπητοί, κι ας διαβάζουν όλοι τα νέα των μελών της οικογένειας που ζει μόνο για τα φώτα καθημερινά ως ένοχη απόλαυση. Γι’ αυτό μπορεί να φταίει ο φθόνος που προκαλεί ο πλούτος που όλοι τους απολαμβάνουν ή απλά τα πλαστικά πρότυπα ομορφιάς που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο προέβαλαν και τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει παγκόσμια τάση. Δεν φταίει, όμως, η Κάιλι για την ατυχία του Τιμοτέ. Και η αλήθεια είναι ότι δεν φταίει ούτε καν η δήλωσή του για την όπερα και το μπαλέτο, που προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις, μεταξύ πολλών άλλων και από την Εθνική Λυρική Σκηνή, που του απάντησε ότι κάνει ακόμη θραύση, καλώντας τον στην Αθήνα να το επιβεβαιώσει ιδίοις όμμασι.
Ανάλογη ήταν και η αντίδραση από διάφορους παγκόσμιας φήμης χορευτές μπαλέτου όπως ο Βίκτορ Καϊξέτα, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι οι δύο τέχνες έχουν επιβιώσει επί αιώνες, αμφισβητώντας ανοιχτά αν οι δικές του ταινίες θα συνεχίσουν να προβάλλονται μετά από 300 χρόνια. Κι ας ήταν το παραπάνω μια καλή ευκαιρία για οσκαρικό αστείο από τον παρουσιαστή της βραδιάς, τον Κόναν Ο’ Μπράιαν, που τον καλωσόρισε στο «Dolby Theatre» του Λος Άντζελες αστειευόμενος ότι η ασφάλεια της βραδιάς ήταν αυξημένη, «λόγω πιθανών επιθέσεων από τις κοινότητες της όπερας και του μπαλέτου».
Χωρίς μέτρο
Ο Τιμοτέ Σαλαμέ «κάηκε», πολύ απλά γιατί είναι ένα παιδί της γενιάς του. Δεν έχει δηλαδή μέτρο στην έκθεση του εαυτού του, στις δηλώσεις για τους στόχους του, στη δημοσιοποίηση της πίστης του στο μεγάλο ταλέντο του. Τι σημαίνει αυτό; Η καμπάνια του για την κατάκτηση του Όσκαρ ξεκίνησε νωρίς.
Κι ενώ όλοι ενθουσιάστηκαν που αφιέρωσε αυτός ο τόσο νέος ηθοποιός εφτά ολόκληρα χρόνια για να μάθει να παίζει πινγκ πονγκ τόσο τέλεια όσο ο φιλόδοξος και εμμονικός ήρωάς του Μάρτι Μάουζερ, κουράστηκε να τον ακούει να μιλά συνεχώς με μεγάλη σιγουριά για την επικράτησή του στο σερί των βραβείων και από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, αφαίρεσε πολύ από τη μαγεία της ταινίας και της ερμηνείας του, ενώ παρουσιάστηκε εξαιρετικά αλαζόνας, ακόμα και για το Χόλιγουντ, που συνήθως είναι ελαστικό σε τέτοια ατοπήματα. Σε έναν κόσμο στον οποίο η επικοινωνία σχεδόν «πυροβολεί» χωρίς σταματημό τους αποδέκτες της, οι ερμηνείες και οι παρερμηνείες είναι το μόνο σίγουρο αποτέλεσμα. Ίσως η απάντηση βρίσκεται στον ηθοποιό που έχει ως πρότυπο, τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, που όλα τα χρόνια της πολυβραβευμένης καριέρας του έλαμψε με τη σπανιότητα των εμφανίσεων και των συνεντεύξεών του. Το Χόλιγουντ θα τον συγχωρέσει εκτιμούν, πάντως, οι παλαιότεροι συνάδελφοί του, αρκεί να προσέχει τη διαθεσιμότητα του και τα λόγια του. Και όχι ποια γυναίκα έχει ή θα έχει στο πλευρό του…
*Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»