Αλέξης Τσίπρας: Ψάχνει την «Ιθάκη», αναπολεί τη χώρα των… Λωτοφάγων
Όταν ένας πρώην πρωθυπουργός γράφει βιβλίο συνηθίζεται να υπεραμύνεται των επιλογών του, να αποκαλύπτει κρυφά σημεία που τον δικαιώνουν, αλλά και να παραδέχεται λάθη του...
Διαβάζοντας την «Ιθάκη» αναρωτηθήκαμε για ποιο λόγο ο Αλέξης Τσίπρας έγραψε αυτό το βιβλίο, αφού γνώριζε πως με όσα αναφέρει, θα σηκώσει κουρνιαχτό αντιδράσεων. Είναι τόσο πρόσφατα τα γεγονότα τα οποία εξιστορεί, που όσο ασθενή μνήμη κι αν διαθέτουμε, δεν τα έχουμε ξεχάσει. Από την άλλη, ακόμα και οι ιδιωτικές συνομιλίες τις οποίες καταγράφει, είναι αμφίβολο αν γίνονται πιστευτές, από τη στιγμή που κι αυτά που γνωρίζουμε τα παρουσιάζει αλλιώς. Ο χρόνος μπορεί να αμβλύνει, αλλά εδώ η γραφή τα σβήνει…
Όταν ένας πρώην πρωθυπουργός γράφει βιβλίο συνηθίζεται να υπεραμύνεται των επιλογών του, να αποκαλύπτει κρυφά σημεία που τον δικαιώνουν, αλλά και να παραδέχεται λάθη του. Το γιατί ο Αλέξης Τσίπρας ανέτρεψε αυτή τη συγγραφική λογική μπορεί να δείχνει ανεξήγητο, αλλά δεν είναι. Προφανώς, επιθυμεί να επιστρέψει στην πολιτική σκηνή χωρίς τους παλιούς συνοδοιπόρους του, τους οποίους περνά «γενεές δεκατέσσερις». Ίσως δεν έχει υπάρξει αρχηγός κόμματος στην Ελλάδα που να λέει καλό λόγο, μόνο για πολιτικούς άλλων… κομμάτων. Κατά πρώτον για τον Πάνο Καμμένο, για τον οποίο γράφει πως του έκανε πραγματικότητα το παιδικό του όνειρο. Ποιο ήταν αυτό; Να γίνει υπουργός Άμυνας! Με άλλα λόγια, ο Τσίπρας έβαλε τον δεξιό Καμμένο να παίζει με στρατιωτάκια, για να μπορεί αυτός ο αριστερός να παίζει τον πρωθυπουργό. Χωρίς να μας αποκαλύπτει, όμως, αν αυτό ήταν το δικό του παιδικό όνειρο… Κατά δεύτερον για τον Προκόπη Παυλόπουλο, τον οποίο είχε εκτιμήσει από τη στάση του ως υπουργός Εσωτερικών στα γεγονότα που ακολούθησαν τη δολοφονία Γρηγορόπουλου. Δηλαδή, τότε που δεν έκανε τίποτα και κοιτούσε την Αθήνα να φλέγεται…
Αντιθέτως, κατηγορεί υπουργούς του, και μάλιστα για συμπεριφορές από την πρώτη, κιόλας, ημέρα των καθηκόντων τους. Συγκεκριμένα, γράφει: «Το πιο σοβαρό, όμως, πρόβλημα δεν ήταν η ενδυμασία, αλλά οι δηλώσεις τους πριν και μετά την ορκωμοσία. Μέχρι να προσέλθουν στο Υπουργικό Συμβούλιο, ορισμένοι πρέπει να είχαν ανεβάσει ο καθένας τους από μια μονάδα τουλάχιστον τα spreads των ελληνικών ομολόγων. Ο ένας κοινωνικοποιούσε Υπηρεσίες, ο άλλος προσλάμβανε απολυμένους, ο τρίτος έδιωχνε τους Κινέζους από τον Πειραιά. Επικρατούσε η αισιοδοξία της βούλησης και απουσίαζε η απαισιοδοξία της νόησης». Κάτι ξεχνά, όμως. Αυτούς τους ανθρώπους έκανε υπουργούς ο ίδιος. Το να τους κατηγορεί, λοιπόν, είναι σαν να κατηγορεί τον εαυτό του που τους επέλεξε. Ούτε το κάνει, όμως, ούτε το υπονοεί.
Τα χειρότερα, όμως, τα κρατά για κορυφαίους υπουργούς και συνεργάτες του. Τον Γιάννη Βαρουφάκη, την Ζωή Κωνσταντοπούλου, τον Νίκο Παππά, τον Παύλο Πολάκη, τον Πάνο Σκουρλέτη. Αντιθέτως, τον Γιώργο Κατρούγκαλο, ο οποίος με τα λεγόμενά του για τη φορολογία των ελεύθερων επαγγελματιών, παραμονές των εκλογών, τον Μάιο του 2023, του στοίχισε εκλογικά, απλά τον δικαιολογεί, γράφοντας: «Για να είμαι ειλικρινής, όταν ένα πλοίο βυθίζεται αύτανδρο από ένα χτύπημα τορπίλης, δεν φταίει μόνο η τορπίλη. Ένα γερό σκαρί δεν θα βυθιστεί αμέσως. Το σκαρί του ΣΥΡΙΖΑ όμως βυθίστηκε σε ελάχιστο χρόνο από την τορπίλη Κατρούγκαλου, επειδή ήταν σαθρό και έμπαζε ήδη νερά. Είναι λάθος συνεπώς να μετατρέψουμε ένα πρόσωπο σε αποδιοπομπαίο τράγο».
Για τον Βαρουφάκη
Αυτόν, πάντως, που αποδομεί πλήρως, είναι ο Γιάνης Βαρουφάκης. Μάλλον, του την είχε φυλαγμένη για τα όσα ανέφερε γι’ αυτόν στο δικό του βιβλίο. Με μια διαφορά, όμως. Ο πρώην υπουργός του έγραφε ότι την οικονομική πολιτική που ακολουθούσε, την είχαν σχεδιάσει μαζί με τον πρωθυπουργό. Κάτι λογικό και επιβεβλημένο. Αντιθέτως, ο Τσίπρας γράφει ότι ο Βαρουφάκης ήταν ανεξέλεγκτος. Ακόμα κι αν πιστέψουμε κάτι τέτοιο, σίγουρα δεν είναι υπέρ του. Ίσα ίσα που αποτελεί ακόμα ένα σημάδι επιπολαιότητας, για να μην πούμε ανικανότητας, του Τσίπρα στην άσκηση πολιτικής. Ο ίδιος, πάντως, το δικαιολογεί ως εξής: «Πολλοί ίσως σκεφτούν πως ήμουν υπερβολικά ανεκτικός. Είχα σπουδάσει όμως την τέχνη του συμβιβασμού μέσα από τις ατελείωτες ώρες συνεδριάσεων στα κομματικά όργανα και είχα μεγάλες εμπειρίες σε τέτοιες καταστάσεις». Όσο για την περιβόητη συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ στη Ρίγα της Λετονίας και όχι Εσθονίας, όπως λανθασμένα γράφει και δεν το πρόσεξε ούτε ο επιμελητής του βιβλίου (προφανώς αγεωγράφητος όπως ο συγγραφέας), σημειώνει: «Ο Βαρουφάκης έδειχνε να ξεχνά πως δεν μιλούσε σε φοιτητικό αμφιθέατρο, αλλά σε συναδέλφους του. Η στάση του θύμιζε περισσότερο κάποιον που κάνει μάθημα, παρά Υπουργό που επιδιώκει συνεννόηση. Με ειρωνικά σχόλια, θεωρητικές αναλύσεις και διαρκείς υπεκφυγές, προκαλούσε τον εκνευρισμό αρκετών εκεί μέσα…».
Όσο για την Ζωή Κωνσταντοπούλου οφείλουμε να παραδεχτούμε πως μιλά πολύ πιο ευγενικά απ’ ό,τι αυτή για το πρόσωπό του. Ενδεικτικά, αναφέρει: «Είχα ήδη μετανιώσει για την πρόταση που της είχα απευθύνει να αναλάβει τη θέση της Προέδρου της Βουλής, σε μια προσπάθεια να δώσουμε εικόνα ανανέωσης και μαχητικότητας… Όταν την καλούσα να συζητήσουμε ρεαλιστικές εναλλακτικές για την περίπτωση πλήρους ρήξης με τους εταίρους, μου απαντούσε με μια αφοπλιστική αοριστία: “Το χρέος είναι επονείδιστο, στον ΟΗΕ πρέπει να απευθυνθούμε”».
Για το δεξί του χέρι, τον Νίκο Παππά, τον άνθρωπο που επί της ουσίας κινούσε όλα τα νήματα, αναφέρεται αρκετά απαξιωτικά. «Το αποτέλεσμα ήταν αναπάντεχο: ομόφωνα ένοχος, 13-0. Η χρονική στιγμή της απόφασης, λίγους μήνες πριν από τις εκλογές, δεν ήταν ασφαλώς τυχαία… Επικοινώνησα αμέσως με τον Νίκο, αναμένοντας να δω ποια στάση θα κρατούσε ο ίδιος. Φανερά πληγωμένος από την απόφαση, δεν έδειξε καμία διάθεση να θέσει ζήτημα παραίτησης, προσωρινής αποχής ή έστω να αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να αποσυρθεί από την πρώτη γραμμή, ενόψει εκλογών. Ούτε κι εγώ από την πλευρά μου προχώρησα σε τέτοια συζήτηση. Εκ των υστέρων, εκτιμώ ότι έπρεπε τότε να του ζητήσω να διευκολύνει, κυρίως το κόμμα αλλά και τον εαυτό του, αποσύροντας ο ίδιος την υποψηφιότητά του. Κι αυτό, γιατί είχε επιδείξει σε όλη αυτή τη διαδικασία απαράδεκτη επιπολαιότητα».
Για το δημοψήφισμα
Ένα μεγάλο μέρος του βιβλίου αναφέρεται τόσο στις μέρες πριν το δημοψήφισμα όσο και στην περίοδο που ακολούθησε. Εδώ ο Τσίπρας φαίνεται πως δυσκολεύτηκε στη συγγραφή. Τα γεγονότα δεν θα μπορούσε να τα αλλάξει, οπότε προτίμησε να τα παρουσιάσει εξωραϊσμένα. Δεν έχει νόημα να σταθούμε σε πολλά. Αρκεί ένα σημείο. Γράφει, λοιπόν: «Σε ό,τι με αφορούσε είχα αποφασίσει ότι θα υπέβαλα αμέσως την παραίτησή μου. Θα ήταν παράλογο και ανήθικο ο πρωταγωνιστής του ”Όχι” να υλοποιήσει το ”Ναι”». Με δεδομένο ότι το «Όχι» το έκανε τελικά «Ναι», δύο τινά συμβαίνουν. Ή πράγματι δεν έχει καταλάβει ακόμα ή ψεύδεται. Και ειλικρινά, δεν ξέρουμε τι είναι χειρότερο από τα δύο…
Εν κατακλείδι και πάντα με την επισήμανση πως από την εξ ανάγκης γρήγορη ανάγνωση του βιβλίου του, ίσως να μας ξέφυγαν κάποια σημεία, ο Αλέξης Τσίπρας προσπαθεί να εμφανίσει ένα νέο πρόσωπο. Πιο θεσμικό. Απευθυνόμενος περισσότερο σε όσους δεν τον είχαν ψηφίσει παρά σε όσους τον ψήφιζαν. Προφανώς και γι’ αυτό, αναφερόμενος στα Τέμπη μιλά για δυστύχημα και όχι για έγκλημα, όπως πολλοί πρώην σύντροφοί του και συγγενείς των θυμάτων. Αν πράττει σωστά ή όχι, δεν ξέρουμε. Αν και το ερώτημα είναι αν πιστεύει αυτά που γράφει ή απλά αποτελούν ένα δούρειο ίππο για να ξαναμπεί στο Μαξίμου…
*Αναδημοσίευση από τη Βραδυνή της Κυριακής