Στέφανος Μάνος: Ο ανατρεπτικός πολιτικός που άφησε το αποτύπωμά του στην Ελλάδα

Από την επιχειρηματική καινοτομία της Αλλατίνης έως το Μετρό, το αεροδρόμιο των Σπάτων και τη Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου

🎙️ Άκουσε το άρθρο

Ο Στέφανος Μάνος υπήρξε μία από τις πλέον αντισυμβατικές και συγκρουσιακές φυσιογνωμίες της μεταπολιτευτικής πολιτικής σκηνής. Σταθερά προσηλωμένος στις φιλελεύθερες ιδέες, δεν δίστασε να έρθει σε ρήξη ακόμη και με τον πολιτικό χώρο στον οποίο ανήκε, όταν θεωρούσε ότι οι επιλογές του δεν υπηρετούσαν τον εκσυγχρονισμό της χώρας.

Καθ’ όλη τη δημόσια διαδρομή του, απέκτησε τόσο ένθερμους υποστηρικτές όσο και έντονους επικριτές. Για τους πρώτους, ήταν ένας πολιτικός που μιλούσε χωρίς περιστροφές, έθετε δύσκολα ζητήματα στο τραπέζι και απαιτούσε αποτελέσματα. Για τους δεύτερους, η σκληρή γλώσσα του και οι θέσεις του, ιδιαίτερα την περίοδο της οικονομικής κρίσης, τον έφερναν συχνά αντιμέτωπο με έντονες αντιδράσεις.

Ο ίδιος, πάντως, παρέμεινε πιστός στη λογική της αποτελεσματικότητας. Δεν ήταν πολιτικός που συμβιβαζόταν εύκολα με την αδράνεια ή τη μετριότητα. Είχε την πεποίθηση ότι κάθε δημόσια θέση πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένο έργο και αποτελέσματα.

Η σχέση του με τη Νέα Δημοκρατία δεν ήταν ανέφελη. Η έντονη προσωπικότητα και οι παρεμβάσεις του προκαλούσαν συχνά τριβές, ακόμη και με κορυφαία στελέχη της παράταξης. «H παράταξη της ΝΔ δεν σας αντέχει άλλο», του είχε πει το 1981 ο τότε πρωθυπουργός και πρόεδρος της ΝΔ Γεώργιος Ράλλης. Ο Μάνος, άλλωστε, είχε ήδη από το 1977 πείσει τον Κωνσταντίνο Καραμανλή να του δώσει χώρο στην πολιτική, παρά το γεγονός ότι η ανεξάρτητη σκέψη του συχνά προκαλούσε αντιδράσεις.

Ο Άρης Πορτοσάλτε, στην εισαγωγή του βιβλίου «Τομή στην Αδράνεια» (εκδ. Πρώτη Ύλη), που κυκλοφόρησε το 2022, είχε περιγράψει χαρακτηριστικά τον Μάνο: «Ο Μάνος, αν και σε προχωρημένη ηλικία, εξακολουθεί να φέρει τα χαρακτηριστικά του εφήβου, που θέλει να ανατρέψει, αλλά και του σοφού, που προσπαθεί να συμβουλεύσει».

Το βιβλίο αποτελεί ουσιαστικά την αυτοβιογραφία του μέσα από τις συζητήσεις του με τον δημοσιογράφο, οι οποίες πραγματοποιούνταν στο αίθριο του σπιτιού του στην Εκάλη. Στις συναντήσεις αυτές ο πρώην υπουργός συνήθιζε να προσφέρει καφέ, μπισκότα, αλλά και το γνωστό κέικ καρότο με αλεύρι αμυγδάλου και γλάσο λεμονιού που έφτιαχνε ο ίδιος.

Από την Αλλατίνη στην πολιτική

Ο Στέφανος Μάνος γεννήθηκε λίγους μήνες πριν από την είσοδο της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν γιος του γιατρού του Ευαγγελισμού Αλέξανδρου Μάνου και της Καλλιόπης Πανούτσου και μεγάλωσε σε ένα εύπορο οικογενειακό περιβάλλον, που του έδωσε τη δυνατότητα να αποκτήσει σημαντική μόρφωση.

Σπούδασε στο ETH της Ζυρίχης και στο Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα. Εκεί ανέλαβε την οικογενειακή επιχείρηση «Αλλατίνη Α.Ε.», σε μια εποχή κατά την οποία στην αγορά των μπισκότων κυριαρχούσαν τα προϊόντα της «Μπισκότα Παπαδοπούλου».

Η επιχειρηματική του προσέγγιση ήταν διαφορετική από τα μέχρι τότε δεδομένα. Αντί για τα χύμα μπισκότα που κυριαρχούσαν στην αγορά τη δεκαετία του ’60, επέλεξε να προωθήσει συσκευασμένα προϊόντα, ακόμη και σε τιμή διπλάσια ανά κιλό από εκείνη των «Παπαδοπούλου».

Το εγχείρημα απέδωσε γρήγορα. Μέσα σε μόλις τρεις μήνες η εταιρεία είχε κατακτήσει το 30% της αγοράς. Ο ίδιος εξηγούσε την επιτυχία της στρατηγικής του: «Ποιότητα, τιμή, προσέγγιση, τρόπος πώλησης. Δεν πουλούσαμε σε χονδρεμπόρους. Φτιάξαμε ένα μεγάλο δίκτυο πωλητών, πουλούσαμε στα τελικά σημεία πώλησης. Μπορούσαμε, έτσι, να ελέγξουμε πώς θα έβλεπε ο καταναλωτής τα προϊόντα μας στο μαγαζί».

Μία ακόμη καινοτομία ήταν η εισαγωγή στην ελληνική αγορά του αλευριού για όλες τις χρήσεις που φουσκώνει μόνο του, το οποίο είχε γνωρίσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η χαρακτηριστική γαλάζια συσκευασία του προϊόντος παρέμεινε σχεδόν αναλλοίωτη για δεκαετίες.

Η επιχειρηματική του εμπειρία επηρέασε βαθιά και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόταν την πολιτική. Η προσπάθειά του να μεταφέρει πρακτικές του βιομηχανικού management στη δημόσια διοίκηση δεν γινόταν πάντοτε αποδεκτή από το κομματικό περιβάλλον. «Τι τον θέλουμε τον βιομήχανο στη ΝΔ;», ήταν ένα από τα ερωτήματα που ακούγονταν τότε.

Ο ίδιος έδινε τη δική του απάντηση: «Πολιτεύομαι διότι δεν είμαι ευχαριστημένος και, όντας νέος, μπορώ να αντιδράσω στα κακώς κείμενα».

Το 1977 εξελέγη για πρώτη φορά στην Α’ Αθηνών, ξεκινώντας μια μακρά πολιτική διαδρομή.

Τα έργα που άλλαξαν την Ελλάδα

Το σημαντικότερο ίσως αποτύπωμα του Στέφανου Μάνου δεν βρίσκεται μόνο στις πολιτικές του θέσεις, αλλά και στα μεγάλα έργα υποδομής που συνδέθηκαν με τη δράση του.

Το αεροδρόμιο των Σπάτων, το Μετρό της Αθήνας και η Γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Παράλληλα, προώθησε πεζοδρομήσεις σε περιοχές της Αθήνας, την υποχρεωτική δημιουργία χώρων στάθμευσης στις νέες πολυκατοικίες, αλλά και την απόσυρση παλαιών αυτοκινήτων και την αντικατάστασή τους με καταλυτικά, με στόχο τον περιορισμό του νέφους.

Σταθερή ήταν επίσης η αντίθεσή του στη νομιμοποίηση αυθαιρέτων.

Ως υπουργός Δημοσίων Έργων προώθησε στην Ελλάδα το μοντέλο της αυτοχρηματοδότησης μεγάλων υποδομών, με ιδιωτικά κεφάλαια που αποσβένονται σε βάθος χρόνου μέσω των τελών που καταβάλλουν οι χρήστες. Η φιλοσοφία ήταν πως το κόστος των μεγάλων έργων θα πρέπει να επιβαρύνει κατά κύριο λόγο εκείνους που τα χρησιμοποιούν και όχι αποκλειστικά τους φορολογούμενους.

Η Μιράντα Ξαφά, η οποία συνεργάστηκε στενά μαζί του στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν ήταν διευθύντρια του Οικονομικού Γραφείου του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και ο Μάνος υπουργός Οικονομικών, έχει αναφερθεί στη συγκεκριμένη προσέγγιση.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετά από τα σχέδια για μεγάλα έργα, μεταξύ των οποίων η Αττική Οδός και το Μετρό, είχαν σχεδιαστεί ήδη την περίοδο 1978-1979, όταν ο Μάνος συμμετείχε στην κυβέρνηση Καραμανλή.

Με την αλλαγή κυβέρνησης και την ανάληψη του υπουργείου Δημοσίων Έργων από τον Αντώνη Τρίτση, τα σχέδια αυτά δεν προχώρησαν. Επανήλθαν στο προσκήνιο στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν ο Μάνος επέστρεψε στο υπουργείο Δημοσίων Έργων, το οποίο στη συνέχεια εξελίχθηκε στο ΥΠΕΧΩΔΕ.

Κατά την ίδια περίοδο, σε συνεργασία με τον Τζαννή Τζαννετάκη, προωθήθηκε η διαδικασία αδειοδότησης της κινητής τηλεφωνίας στην Ελλάδα. Παράλληλα, το όνομά του συνδέθηκε με το νομοσχέδιο για την ιδιωτικοποίηση του ΟΤΕ, μια επιλογή που αποτέλεσε μία από τις σημαντικότερες εστίες πολιτικής αντιπαράθεσης και συνέβαλε στους κλυδωνισμούς που οδήγησαν στην πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη το 1993.

Οι πολιτικές του κρίσεις και η σκληρή κριτική

Στις συζητήσεις του με τον Άρη Πορτοσάλτε, ο Μάνος αξιολογεί με ιδιαίτερα αυστηρό τρόπο τις κυβερνήσεις της Μεταπολίτευσης, καταθέτοντας κρίσεις που συχνά προκαλούσαν αντιδράσεις.

Για την κυβέρνηση Ζολώτα το 1989-90 υποστήριζε ότι, αντί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά ο κίνδυνος χρεοκοπίας, «συνασπίστηκαν τρία κόμματα για να δώσουν τις ψηφιακές παροχές στην Intracom και στη Siemens».

Για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή θεωρούσε τη διακυβέρνησή του «συντηρητική και συνετή», ενταγμένη στο ευρωπαϊκό μοντέλο της κρατικά ελεγχόμενης οικονομίας, καθώς, όπως σημείωνε, «δεν είχε ακόμα προκύψει η Θάτσερ».

Απέναντι στον Ανδρέα Παπανδρέου ήταν ιδιαίτερα επικριτικός, καταλογίζοντάς του σπάταλη διαχείριση και λέγοντας ότι εκμαύλισε τους Έλληνες.

Αντίθετα, αναγνώριζε στον Κώστα Σημίτη σημαντικές επιλογές, όπως τη συμφωνία του Ελσίνκι και την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ του καταλόγιζε ότι δεν προχώρησε στην ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ.

Για τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη θεωρούσε ότι «πίστευε στη δύναμη της αγοράς», αλλά παράλληλα ότι είχε «παλαιοκομματικά κουσούρια» και ηγείτο ενός κόμματος «κοτζαμπάσηδων», που συχνά αντιστεκόταν στις φιλελεύθερες επιλογές.

Ο Αντώνης Σαμαράς, κατά την άποψή του, προκάλεσε σημαντική πολιτική ζημιά με την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη το 1993, εξέλιξη που ανέκοψε τις προσπάθειες ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ και της ΔΕΗ.

Για τον Κώστα Καραμανλή υποστήριζε ότι άφησε πίσω του μία οικονομική «φούσκα» που βασιζόταν στον δανεισμό και τελικά ξεφούσκωσε κατά την περίοδο των μνημονίων.

Ο Γιώργος Παπανδρέου, από την άλλη, χαρακτηριζόταν από τον Μάνο ως θαρραλέος, επειδή προσπάθησε να μπολιάσει το ΠΑΣΟΚ με φιλελεύθερες ιδέες, όμως θεωρούσε ότι «δεν ήταν ικανός με όρους μάνατζμεντ».

Για τον ΣΥΡΙΖΑ η κρίση του ήταν ακόμη πιο αυστηρή, καθώς εκτιμούσε ότι «πήγαμε ακόμα πιο πίσω».

Όσο για την κυβέρνηση Μητσοτάκη, η αξιολόγησή του ήταν πιο θετική, καθώς θεωρούσε ότι «τα πάει καλά», αλλά ταυτόχρονα ότι «λέει περισσότερα απ’ όσα κάνει». Κατά τον ίδιο, απαιτούνταν ταχύτερες κινήσεις στις ιδιωτικοποιήσεις, βαθύτερες αλλαγές στη Δικαιοσύνη, κατάργηση προνομίων συντεχνιών και μεγαλύτερη αποκέντρωση.

«Πολίτες, όχι πελάτες»

Στον πυρήνα της πολιτικής σκέψης του Στέφανου Μάνου βρισκόταν η αντίθεση στη μετριότητα και στην πολιτική διαχείριση που, κατά την άποψή του, έθετε χαμηλούς στόχους για να αποφεύγονται οι συγκρούσεις με οργανωμένα συμφέροντα.

Δεν αποδεχόταν την αντίληψη ότι η πολιτική περιορίζεται στην τέχνη του εφικτού. «Πολιτική είναι η τέχνη του να καθιστάς εφικτό αυτό που σήμερα μοιάζει ανέφικτο», δήλωνε. Και συμπλήρωνε: «Η εκ των προτέρων κρίση ότι κάτι δεν είναι εφικτό είναι ο συνήθης τρόπος για να μην κάνεις τίποτα».

Παρά τη σημαντική θέση του στη Νέα Δημοκρατία, το 1993 εξέτασε το ενδεχόμενο να διεκδικήσει την ηγεσία της παράταξης, εκπροσωπώντας το φιλελεύθερο ρεύμα. Τελικά δεν προχώρησε, εξηγώντας χρόνια αργότερα την απόφασή του με τη χαρακτηριστική φράση «ίσως γιατί δεν είχα σεξαπίλ».

Οι συγκρούσεις του με την ηγεσία της ΝΔ συνεχίστηκαν και τελικά το 1998 διαγράφηκε από τον Κώστα Καραμανλή. Έναν χρόνο αργότερα ίδρυσε το κόμμα των «Φιλελευθέρων», το οποίο έγινε γνωστό ως «Ταύροι», από το χαρακτηριστικό έμβλημα.

Το σύνθημα του νέου κόμματος ήταν «Πολίτες, όχι πελάτες». Η εκλογική του πορεία, ωστόσο, δεν ήταν ανάλογη των φιλοδοξιών του. Στις ευρωεκλογές του 1999 δεν κατάφερε να καταγράψει την επιτυχία που επιδίωκε και το 2000 συνεργάστηκε εκλογικά με τη Νέα Δημοκρατία, με τον Μάνο να επιστρέφει στη Βουλή.

Το 2004 προχώρησε σε μία ακόμη πολιτική ανατροπή. Μαζί με τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο συνεργάστηκε εκλογικά με το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου και τοποθετήθηκαν σε εκλόγιμες θέσεις στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας.

Το 2009 ίδρυσε, μαζί με τον Γιάννη Μπουτάρη και τον Βασίλη Κοντογιαννόπουλο, τη ΔΡΑΣΗ. Το εγχείρημα προκάλεσε συζητήσεις στον φιλελεύθερο χώρο, χωρίς όμως να καταφέρει να αποκτήσει ισχυρή εκλογική δυναμική.

Η τελευταία του εκλογική προσπάθεια ήρθε το 2012, όταν η ΔΡΑΣΗ συνεργάστηκε στις δεύτερες εκλογές με τη Δημιουργία Ξανά του Θάνου Τζήμερου. Την ίδια περίοδο είχαν γίνει συζητήσεις για τη δημιουργία ενός ενιαίου φιλελεύθερου πολιτικού πόλου, στον οποίο θα μπορούσε να συμμετάσχει και η Δημοκρατική Συμμαχία της Ντόρας Μπακογιάννη.

Οι σχετικές προσπάθειες δεν προχώρησαν. Η Ντόρα Μπακογιάννη επέλεξε τελικά να συνεργαστεί εκλογικά με τη Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά, ενώ τα υπόλοιπα κόμματα δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το όριο του 3%.

Ο Στέφανος Μάνος παρέμεινε μέχρι το τέλος μία ιδιαίτερη και δύσκολα ταξινομήσιμη προσωπικότητα του ελληνικού φιλελεύθερου χώρου. Ο ίδιος είχε περιγράψει τη θέση του με απόλυτη σαφήνεια: «Δεν μπόρεσα ποτέ να βάλω τον εαυτό μου κάπου [στον άξονα Αριστερά – Δεξιά]. Ασφαλώς είμαι αντικρατιστής. Θέλω μεγαλύτερη ελευθερία. Δεν θέλω τις αποφάσεις να τις παίρνει το κράτος για λογαριασμό μου».

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.

Οι σημαντικότερες ειδήσεις, κάθε μέρα στο inbox σας

 
Διαβάστε επίσης