«Συμφωνία της Μέκκας»: Γιατί η Αθήνα δεν ανησυχεί από τη νέα «συμμαχία»

Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν ανακάτεψαν την τράπουλα της διπλωματίας

🎙️ Άκουσε το άρθρο

Η «Συμφωνία της Μέκκας» (Mecca Joint Defense Agreement), που υπέγραψαν, στις 7 Αυγούστου, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, τάραξε τα νερά της ελληνικής διπλωματίας και έφερε στο προσκήνιο τις υπόγειες διεργασίες που λαμβάνουν χώρα στον ισλαμικό κόσμο, ερήμην της Δύσης.

Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών δεν δείχνει να ανησυχεί ιδιαίτερα για τη συγκεκριμένη εξέλιξη, και κορυφαίος παράγοντας της διπλωματίας τόνισε στη «ΒτΚ», ότι «πρόκειται καθαρά για συνεργασία που έχει στόχο το Ιράν» και όχι ευρύτερες στοχεύσεις. Πάντως, το υπουργείο Εξωτερικών παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, ενώ και οι Βρυξέλλες φαίνεται να συμφωνούν ότι πρόκειται για μια περιφερειακή συνεργασία με στόχο τις σχέσεις με το Ιράν.

Η ελληνική πλευρά ενημερώθηκε λεπτομερώς και από την πρώτη στιγμή για τη «Συμφωνία της Μέκκας», ενεργοποιήθηκε καταλλήλως και δεν ανησυχεί. Σύμφωνα με πληροφορίες της «ΒτΚ», ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης είχε επικοινωνία με τον Σαουδάραβα ομόλογό του, με πρωτοβουλία του τελευταίου, και ενημερώθηκε για το πλήρες περιεχόμενο της συμφωνίας, ενώ τονίστηκε εκ μέρους της Σαουδικής Αραβίας ότι δεν επηρεάζεται στο ελάχιστο η συνεργασία μεταξύ Αθηνών και Ριάντ. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, ο Σαουδάραβας υπουργός τόνισε στον κ. Γεραπετρίτη ότι δεν υπάρχει θέμα «προσβολής των δικών μας θεμάτων και της συνεργασίας», ενώ άφησε να εννοηθεί ότι η όλη εξέλιξη αποτελεί μια προσπάθεια του Ριάντ να διατηρήσει τους διαύλους επικοινωνίας με τους στενούς συνομιλητές της Τεχεράνης και, μέσω αυτών, με τους ηγέτες της χώρας.

«Σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ένα μουσουλμανικό ΝΑΤΟ, όπως υποστήριξε ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών», τόνισε η ίδια πηγή, ενώ από την πλευρά του Ριάντ διαμηνύθηκε στην Αθήνα ότι η συνεργασία της Σαουδικής Αραβίας με την Ελλάδα έχει βάθος και διάρκεια, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει με τη «Συμφωνία της Μέκκας». Η Σαουδική Αραβία, η οποία επιθυμεί να δημιουργήσει ένα κλίμα ηρεμίας με το Ιράν, ήθελε στη συμφωνία και την Αίγυπτο και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, που δεν δέχθηκαν να συμμετάσχουν. Από την πλευρά του, ο Γιώργος Γεραπετρίτης τόνισε σε συνομιλητές του ότι η χώρα μας δεν έχει τη διάθεση να αποκλείσει περιφερειακές συνεργασίες, ενώ εκτίμησε ότι η συγκεκριμένη συμφωνία έθεσε σε συναγερμό κάποιες άλλες ισχυρές χώρες, όπως την Ινδία και, σε δεύτερο πλάνο, την Αίγυπτο και τα ΗΑΕ. Πάντως, σε καμία περίπτωση δεν θα υπάρξει «Τόξο του Κακού», όπως λένε Έλληνες διπλωμάτες.

Μυστικές υπηρεσίες

Πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Γιώργος Γεραπετρίτης έχει ζητήσει υπομνήματα από όσους μπορούν να συνεισφέρουν στην καλύτερη πληροφόρηση για τα τεκταινόμενα, και κάπου εδώ μπήκαν στο παιχνίδι ξένες πρεσβείες και μυστικές υπηρεσίες που δραστηριοποιούνται έντονα στη Μέση Ανατολή, και ειδικά στη Σαουδική Αραβία. Μέχρι στιγμής, τα συμπεράσματα είναι πως η «Συμφωνία της Μέκκας» δεν στρέφεται εναντίον της Ελλάδας και δεν σημαίνει ότι Ριάντ και Ισλαμαμπάντ δεσμεύονται αυτομάτως να πολεμήσουν στο πλευρό της Άγκυρας σε μια ελληνοτουρκική κρίση. Εκτιμάται, όμως, ότι πιθανόν να αλλάζει το στρατηγικό βάρος της Τουρκίας, κάτι που ίσως βρει μπροστά της η χώρα μας αργότερα.

Όσον αφορά τον πυρήνα της συμφωνίας, είναι ρήτρα συλλογικής άμυνας. Ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα τρία κράτη θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν υποστήριξε ότι από τεχνικής άποψης η αρχή είναι αντίστοιχη με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, αλλά κάτι τέτοιο, στην πράξη, δεν υφίσταται.

Η συμφωνία προβλέπει, επίσης, ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας, ανταλλαγή πληροφοριών και συντονισμό στον τομέα της ασφάλειας, τακτικές συναντήσεις υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας και μόνιμη γραμματεία στη Σαουδική Αραβία. Εδώ, όμως, υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια. Δεν φαίνεται να υπάρχει αυτοματισμός στρατιωτικής εμπλοκής αντίστοιχος με αυτόν που υπονοεί πολιτικά ο όρος «επίθεση εναντίον όλων». Οι μέχρι στιγμής διαθέσιμες πληροφορίες δεν περιγράφουν συγκεκριμένες δυνάμεις που πρέπει να αποσταλούν, ούτε προκαθορισμένο τρόπο στρατιωτικής αντίδρασης. Διπλωμάτες επισημαίνουν, επίσης, ότι η συμφωνία δεν περιλαμβάνει συγκεκριμένες στρατιωτικές δεσμεύσεις, και άρα δεν είναι ακόμη ένα «ισλαμικό ΝΑΤΟ» με ολοκληρωμένη στρατιωτική δομή. Πάντως, η συμφωνία είναι σημαντική, διότι για πρώτη φορά συγκροτείται θεσμικά ένας αμυντικός άξονας ανάμεσα σε Τουρκία, Σαουδική Αραβία και μία από τις μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ασίας –και, κυρίως, πυρηνική δύναμη– το Πακιστάν. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία αποκτά πυρηνική ομπρέλα ή πρόσβαση στα πακιστανικά πυρηνικά, και δεν υπάρχει μέχρι στιγμής δημοσιοποιημένη διάταξη που να το προβλέπει.

Κρίσιμο ερώτημα

Και κάπου εδώ αρχίζει το ελληνικό ενδιαφέρον. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί εάν υπάρξει ελληνοτουρκική στρατιωτική σύγκρουση.

Σύμφωνα με διπλωμάτες, η απάντηση δεν είναι τόσο απλή, αφού αν, για παράδειγμα, υπάρξει επεισόδιο στο Αιγαίο που θα εξελιχθεί σε σύγκρουση, το πρώτο ζήτημα θα είναι ποιος θεωρείται επιτιθέμενος. Η συμφωνία αφορά ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους. Εάν η Τουρκία εμφανίζεται ως η χώρα που ξεκίνησε την πολεμική ενέργεια, η ρήτρα συλλογικής άμυνας δεν μπορεί αυτονόητα να χρησιμοποιηθεί για να νομιμοποιήσει τουρκική επιθετική ενέργεια. Αν, όμως, η Άγκυρα παρουσιάσει μια σύγκρουση ως ελληνική επίθεση κατά τουρκικού εδάφους ή τουρκικών δυνάμεων, δημιουργείται, πλέον, ένα νέο πολιτικό και νομικό πεδίο αφού, θεωρητικά, μπορεί να ζητήσει από το Ριάντ και το Ισλαμαμπάντ να ενεργοποιήσουν τη συμφωνία. Η Αθήνα δεν ανησυχεί, γιατί έχει λάβει διαβεβαιώσεις από το Ριάντ ότι δεν αφορά την Ελλάδα το θέμα, μιας και η χώρα μας τα τελευταία χρόνια έχει επενδύσει σημαντικό πολιτικό και στρατηγικό κεφάλαιο στη σχέση της με τη Σαουδική Αραβία.

Όπως εξηγεί στη «ΒτΚ» υψηλόβαθμος διπλωμάτης, η συμφωνία της Μέκκας δεν σημαίνει ότι το Ριάντ εγκαταλείπει την Αθήνα. Η σαουδαραβική εξωτερική πολιτική είναι αρκετά πραγματιστική ώστε να διατηρεί ταυτόχρονα διαφορετικές συνεργασίες, λέει ο ίδιος, αλλά επισημαίνει ότι η ελληνική αντίληψη πως η στενή σχέση Αθήνας – Ριάντ αποτελούσε ένα είδος αντιστάθμισης της τουρκικής επιρροής χρειάζεται, πλέον, επανεξέταση.

Σύμφωνα με την ίδια πηγή, για την Αθήνα τέσσερα στοιχεία έχουν ιδιαίτερη σημασία: το ακριβές γεωγραφικό πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας, ο ορισμός της «ένοπλης επίθεσης», το είδος της στρατιωτικής συνδρομής που θα δεσμεύονται να παρέχουν τα μέλη, και η πιθανή διεύρυνση του σχήματος. Από τις απαντήσεις σε αυτά, θα φανεί αν η Μέκκα αποτελεί κυρίως έναν μηχανισμό ασφαλείας για τη Μέση Ανατολή ή αν εξελίσσεται σε ένα πολύ ευρύτερο στρατηγικό εργαλείο της Τουρκίας. Τέλος, η ίδια πηγή επισημαίνει πως η συμφωνία αυτή μπορεί να επιταχύνει μια άλλη διαδικασία: τη σύγκλιση Ελλάδας – Κύπρου – Ισραήλ και, δυνητικά, την ενίσχυση των ελληνικών σχέσεων με την Ινδία, που είναι θανάσιμος αντίπαλος του Πακιστάν.

*Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»

Προτιμώμενη πηγή στην Google

Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.

Οι σημαντικότερες ειδήσεις, κάθε μέρα στο inbox σας

 
Διαβάστε επίσης