Δημήτρης Αγιοπετρίτης – Μπογδάνος: «Σήμερα, φοβόμαστε την αφάνεια»
«Κάθε φορά που εμβαθύνεις στη φθορά και στη συνείδηση δεν μπορείς να μείνεις αμέτοχος. Αναμετριέσαι με τις δικές σου σκιές, με τη δική σου εικόνα»
Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Αγιοπετρίτης – Μπογδάνος μίλησε στο vradini.gr για τη θεατρική παράσταση «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» που ανέβασε στο θέατρο Πορεία, ενώ αναφέρθηκε και στις συνθήκες διαβίωσης και συνηθειών παλαιών χρόνων, αλλά και της εποχής μας, που μετρούν η τεχνολογία, η ομορφιά και το χρήμα.
Αποκάλυψε ακόμη το λόγο που επέλεξε γυναίκα ως Ντόριαν Γκρέι και συγκεκριμένα την Νάντια Κοντογεώργη.
Κύριε Αγιοπετρίτη-Μπογδάνο, σας καλωσορίζω… Μιλήστε μας για το έργο που ανεβάσατε στο «Θέατρο Πορεία», «Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι», στην πολυβραβευμένη εκδοχή του Κιπ Ουίλιαμς, που περιόδευσε στην Αυστραλία, ανέβηκε στο «Γουέστ Εντ» και στο «Μπρόντγουεϊ» και συνοδεύτηκε από διθυραμβικές κριτικές.
«Το μυθιστόρημα του Όσκαρ Ουάιλντ ήταν πάντα μια βόμβα μεταμφιεσμένη σε κομψή πρόζα. Όμως, η αλήθεια είναι ότι δεν αισθάνομαι πως απλά “ανεβάσαμε” αυτό το αριστούργημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Αισθάνομαι πως εκθέσαμε έναν μηχανισμό. “Το πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι” είναι ήδη μια επικίνδυνη ιστορία – μια ιστορία για τη συναλλαγή με την εικόνα. Η εκδοχή του Κιπ Ουίλιαμς πήρε αυτόν τον πυρήνα και τον τοποθέτησε μέσα στην εποχή της ψηφιακής αυτοκατασκευής. Στο “Θέατρο Πορεία”, το έργο λειτουργεί σαν ζωντανό εργαστήριο: ο θεατής βλέπει την αφήγηση, αλλά ταυτόχρονα βλέπει και πώς αυτή παράγεται. Η τεχνολογία δεν είναι διακόσμηση – είναι ο ίδιος ο πειρασμός. Κάμερες, κοντινά, live μοντάζ. Ο θεατής βλέπει και ταυτόχρονα βλέπεται. Είναι μια παράσταση για το ναρκισσισμό, αλλά και μια πράξη έκθεσης».
Ο Κιπ Ουίλιαμς έχει πει ότι το έργο τού φώναζε από το κλειδωμένο δωμάτιο της μνήμης του να το ζωντανέψει, ανανεωμένο όμως. Έτσι, το έγραψε στη διάρκεια της καραντίνας του Κόβιντ, το 2019, μεταφέροντάς το στη σύγχρονη εποχή της τεχνολογίας και το ξεχώρισε απ’ ό,τι έως τώρα έχουμε δει. Αυτό ήταν μια πρόκληση για εσάς για να το επιλέξετε;
«Με τράβηξε ακριβώς αυτό: γράφτηκε σε μια εποχή εγκλεισμού, όταν όλοι κοιτούσαμε τον εαυτό μας σε μια οθόνη. Καραντίνα σημαίνει απομόνωση, αλλά και υπερπαραγωγή ψηφιακού εαυτού. Ο Ντόριαν σήμερα δεν πουλά την ψυχή του για αιώνια νεότητα, την ανταλλάσσει για διαρκή ορατότητα. Αυτό είναι πιο τρομακτικό. Δεν ήθελα να κάνουμε μια “ωραία” παράσταση εποχής. Ήθελα να ζωντανέψουμε κάτι που να σε κάνει να νιώθεις ότι αν κλείσεις το κινητό σου, ίσως χαθείς».
Η Σάρα Σνουκ, που πήρε Βραβείο Ολίβιε Α’ Γυναικείου Ρόλου, είπε πόσο εξουθενωτικό και κατάθεση ψυχής ήταν οι δύο συνεχείς ώρες μονόλογου με εναλλαγές 26 προσώπων. Εσείς ακολουθήσατε τον δρόμο του Κιπ, ως προς την ερμηνεία της Νάντιας Κοντογεώργη, ή δώσατε το δικό σας σκηνοθετικό χρώμα;
«Η Σάρα Σνουκ άφησε ένα εξαιρετικά υψηλό καλλιτεχνικό αποτύπωμα. Ωστόσο, με την Νάντια Κοντογεώργη δεν επιδιώξαμε να επαναλάβουμε ένα κατόρθωμα. Θελήσαμε να το διακινδυνεύσουμε από την αρχή. Σεβαστήκαμε τη δομή –το μονόλογο, τις 26 εναλλαγές ρόλων, τη ζωντανή κινηματογράφηση–, αλλά χτίσαμε μια νέα ερμηνευτική διαδρομή. Η Νάντια προσεγγίζει τον Ντόριαν όχι μόνο ως σύμβολο παρακμής, αλλά και ως πλάσμα ευάλωτο, τραγικό. Ένας οργανισμός σε υπερδιέγερση. Δεν μας ενδιέφερε η μίμηση, αλλά η έκθεση. Και η κάμερα είναι ανελέητη. Μεγαλώνει κάθε ρωγμή. Κι εμείς δεν κρύψαμε καμία».
Γιατί επέλεξε γυναίκα ως Ντόριαν Γκρέι;
«Γιατί η ομορφιά είναι πολιτικό ζήτημα. Και γιατί το γυναικείο σώμα υπήρξε ιστορικά το πιο αυστηρά επιτηρούμενο πεδίο επιθυμίας. Όταν μια γυναίκα λέει “θέλω να μείνω για πάντα νέα”, η φράση αποκτά άλλη βαρύτητα. Δεν είναι πια ρομαντική υπερβολή, είναι κοινωνική πίεση. Η επιλογή φύλου αποκαλύπτει το σύστημα. Και τελικά, απογυμνώνει το μύθο».
Ο μονόλογος του Ντόριαν με το πορτρέτο του είναι εξομολόγηση και συγχρόνως ταπείνωση στον αληθινό εαυτό του μπροστά στο κοινό, και κατ’ επέκταση και δικής μας να αναρωτηθούμε «Ποια είναι η αλήθεια μου; Ποιος είμαι;»;
«Είναι δημόσια αυτοκαταστροφή. Ο Ντόριαν μιλά στο πορτρέτο του – αλλά ουσιαστικά μιλά στο κοινό. Και το κοινό δεν μπορεί να μείνει αθώο. Γιατί όλοι έχουμε ένα πορτρέτο που γερνά στη θέση μας: μια εικόνα που φιλτράρουμε, διορθώνουμε, ανεβάζουμε. Η παράσταση θέτει ένα άβολο ερώτημα: αν έβλεπες την πραγματική φθορά των επιλογών σου, θα άντεχες;».
Αναφέρεστε και στις συνθήκες διαβίωσης και συνηθειών παλαιών χρόνων, αλλά και της εποχής μας, που μετρούν η τεχνολογία, η ομορφιά και το χρήμα;
«Δεν συγκρίνουμε εποχές, συγκρίνουμε εμμονές. Στη βικτωριανή κοινωνία υπήρχαν κανόνες ευπρέπειας. Σήμερα υπάρχουν αλγόριθμοι. Τότε φοβούνταν το σκάνδαλο, σήμερα φοβόμαστε την αφάνεια. Η λατρεία της ομορφιάς και του χρήματος δεν άλλαξε. Άλλαξε η ταχύτητα. Ζούμε σε ρυθμό εξάντλησης. Αυτό ήθελα να αποτυπωθεί σκηνικά: μια παράσταση που τρέχει και ένας χωροχρόνος που γίνεται πεδίο αυτογνωσίας».
Πρόκειται για ένα δύσκολο έργο. Πόσο καιρό προετοιμασίας σάς πήρε;
«Δυστυχώς, όσο κι αν το θέλαμε, τα ελληνικά δεδομένα δεν μας επέτρεψαν να εργαστούμε για 18 μήνες, όπως συνέβη στο ανέβασμα του εξωτερικού. Εμείς αφιερώσαμε τρεις μήνες εντατικής δουλειάς ως ομάδα, και σχεδόν άλλο τόσο προσωπικής προεργασίας. Ήταν μια διαδικασία απαιτητική, αλλά βαθιά δημιουργική. Και η τεχνική δυσκολία είναι τεράστια. Κάθε λάθος μεγεθύνεται σε γιγαντοοθόνη και δεν υπάρχει περιθώριο ασφαλείας. Αυτή η αίσθηση κινδύνου ήταν συνειδητή επιλογή».
Εσάς σας επηρέασε προσωπικά η όλη διαδικασία;
«Κάθε φορά που εμβαθύνεις στη φθορά και στη συνείδηση δεν μπορείς να μείνεις αμέτοχος. Αναμετριέσαι με τις δικές σου σκιές, με τη δική σου εικόνα. Δεν μπορείς να σκηνοθετείς τον Ντόριαν και να μένεις ουδέτερος».
Πιστεύω ότι είναι το masterpiece σας, όχι ότι δεν θα ακολουθήσουν κι άλλα, αλλά εδώ έχουμε κάτι πολύ ιδιαίτερο… Πώς αισθάνεστε τώρα που το ολοκληρώσατε και το παραδώσατε στο κοινό;
«Αν θεωρείται ένα από τα πιο ιδιαίτερα έργα μου, το δέχομαι με ευγνωμοσύνη. Δεν ξέρω αν πιστεύω στα “masterpieces”. Πιστεύω όμως στις στιγμές αλήθειας. Κι εδώ υπήρξαν πολλές. Σίγουρα είναι ένα από τα πιο απαιτητικά έργα που έχω σκηνοθετήσει, και σήμερα αισθάνομαι πληρότητα, αλλά και συγκίνηση. Κάθε παράδοση στο κοινό είναι μια στιγμή εμπιστοσύνης».
Ετοιμάζετε και κάτι άλλο;
«Πάντα. Αλλά μετά από έναν Ντόριαν, χρειάζεται σιωπή. Γιατί όταν κοιτάξεις τόσο βαθιά τον καθρέφτη, πρέπει πρώτα να ξανασυνηθίσεις το πρόσωπό σου».