Τζίνη Παπαδοπούλου στη «ΒτΚ»: «Με ενοχλεί η αμορφωσιά που πουλιέται για μαγκιά»
Η ταλαντούχα ηθοποιός με σπουδές στη Νομική και την Θεατρολογία μιλάει για την Υποκριτική, το Θέατρο, τον Κινηματογράφο, και τη νέα της θεατρική παράσταση
Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»
Η λιγερόκορμη και ταλαντούχα –σε όλους τους διαφορετικούς ρόλους που έχει υποδυθεί, έως και Αρχαία Τραγωδία – Τζίνη Παπαδοπούλου γεννήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Νομικής του ΕΚΠΑ, σπούδασε Θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Υποκριτική στη Σχολή Δραματικής του Εθνικού Θεάτρου. Έχει δίπλωμα Πιάνου από το Ωδείο Αθηνών, και παίζει ερασιτεχνικά φλογέρα και ακορντεόν. Σπούδασε Μπαλέτο και Τραγούδι και είναι σοπράνο. Κάνει γυμναστική, ξιφασκία και πεζοπορία. Μιλά αγγλικά, γαλλικά και ισπανικά. Έχει παίξει στο Θέατρο, τον Κινηματογράφο, την Τηλεόραση και έχει κάνει μεταγλωττίσεις. Είναι εργατική, συνεπής και χαμηλών τόνων. Το έργο «Ευτυχία Πρίντζου. Η επιστροφή», του Βασίλη Κονταξή, παρουσιάζουν οι Θεατρικές Επιχειρήσεις ΖΗΣΗ, κάθε Δευτ. &Τρ. 21.00, στο θέατρο «Αργώ».
Κυρία Παπαδοπούλου, σας απολαμβάνουμε αυτή τη σεζόν στο Open, στο «’Ερωτας φυγάς», στο «Στέλιος Κασόνγκο» στο θέατρο «Επί Κολωνώ», και σε ένα δύσκολο μονόλογο στο έργο «Ευτυχία Πρίντζου», σε κείμενο και σκηνοθεσία του Βασίλη Κονταξή. Θα μας μιλήσετε γι αυτή τη γυναίκα;
«Η Ευτυχία Πρίντζου είναι μία νέα γυναίκα από τα Γιάννενα, φιλόλογος. Ο πατέρας της ήταν επιφανής γιατρός των Ιωαννίνων και εκείνη δραστήριο μέλος της τοπικής κοινότητας τόσο ως φιλόλογος στο Γυμνάσιο Θηλέων όσο και ως βιβλιοφύλακας στην Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη Ιωαννίνων, την οποία και αναδιοργάνωσε όσο ήταν εκεί υπεύθυνη. Στην διάρκεια του ελληνοϊταλικού πολέμου γίνεται εθελόντρια νοσοκόμα δίπλα στον πατέρα της, και αργότερα, στην Κατοχή, οργανώνεται στην Αντίσταση και στο ΕΑΜ. Συλλαμβάνεται από τους Γερμανούς και μεταφέρεται στη Θεσσαλονίκη, όπου γλιτώνει την μεταφορά στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, καθώς την προλαβαίνει η απελευθέρωση. Επιστρέφοντας στα Γιάννενα, η δράση της κατά τη διάρκεια της Κατοχής την καθιστά ανεπιθύμητη. Άνθρωπος ανήσυχος, βρίσκει τον τρόπο να δρα μυστικά μέσα στην πόλη, βοηθώντας τους συντρόφους της. Εν τέλει, κάποιος την προδίδει, και μαζί με άλλους περνούν από στρατοδικείο, ύστερα από τρίμηνη φυλάκιση. Καταδικάστηκε σε εκτέλεση με άλλα 15 άτομα».
Η ιστορία και τα γεγονότα είναι συγκλονιστικά. Μπορούν να αποδοθούν σε ένα μονόλογο; Πώς τα παρουσιάζει ο σκηνοθέτης; Τι μήνυμα θέλει να περάσει;
«Είναι πολύ δύσκολο εγχείρημα να ζωντανέψεις στη σκηνή ένα πραγματικό πρόσωπο, και μάλιστα μία γυναίκα τόσο μπροστά από την εποχή της. Έναν άνθρωπο που δεν πρόδωσε τα ιδανικά του ούτε την ύστατη ώρα. Ο Βασίλης Κονταξής έχει φτιάξει με πολλή φροντίδα και μεράκι ένα έργο που ζωντανεύει την Πρίντζου σε όλες της τις διαστάσεις. Αντίστοιχα και η σκηνοθεσία του δεν προδίδει την ουσία του κειμένου».
Ήταν ο ρόλος αυτός πρόκληση για εσάς; Πρώτη φορά σε μονόλογο; Αν και έχετε υποδυθεί με ιδιαίτερη ευαισθησία πολλούς και εντελώς διαφορετικούς μεταξύ τους χαρακτήρες…
«Δεν έχω αποτολμήσει ποτέ στο παρελθόν να κάνω μονόλογο. Πόσο, δε, μάλλον όταν ο μονόλογος αφορά ένα υπαρκτό πρόσωπο συνδεδεμένο με μία από τις πιο σκοτεινές περιόδους της ελληνικής Ιστορίας. Και βέβαια, η “μοναξιά” πάνω στη σκηνή, δημιουργεί μία άλλη, επιπρόσθετη δυσκολία».
Πόσο δύσκολο ν αποφορτισθείτε όταν πέσει η αυλαία; Γιατί, σίγουρα σηκώνετε πολύ… βάρος επί σκηνής.
«Η αποφόρτιση έρχεται φυσικά, ύστεραα από τόσα χρόνια εμπειρίας. Το πρόσωπο υπάρχει όση ώρα βρίσκομαι πάνω στη σκηνή. Φεύγοντας από εκεί, σαν να λαγοκοιμάται σε μία γωνιά του μυαλού και της ψυχής μου, περιμένει να ξαναζωντανέψει».
Πώς αποφασίσατε να ασχοληθείτε με την Υποκριτική, αφού αποφοιτήσατε από τη Νομική; Οι γονείς σας δεν αντέδρασαν;
«Ήταν αυτό που ήθελα να κάνω από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου. Οι γονείς μου φοβόντουσαν μία τέτοια προοπτική, οπότε έγινε η κλασική συμφωνία: να σπουδάσω πρώτα. Το Θέατρο υπήρξε πάντα για μένα μονόδρομος. Κάποια στιγμή το αποδέχτηκαν. Παρόλα αυτά, ακόμα και τώρα –δοθείσης της ευκαιρίας– η μητέρα μου πάντα θα αναφέρει ότι έχω τελειώσει και τη Νομική!»
Από τους καθηγητές σας στο Εθνικό που σπουδάσατε, τι κρατάτε;
«Το πάθος τους και την αγάπη τους για τη δουλειά μας. Και ακόμα, το ήθος και τον επαγγελματισμό τους. Αναπολώ πάντα με νοσταλγία εκείνη την εποχή».
Τι κάνει έναν ηθοποιό διαχρονικό και να ξεχωρίζει από το… πλήθος;
«Αυτό ομολογώ πως ακόμα δεν το έχω καταλάβει. Σίγουρα, πάντως, η προσήλωση, η επιμονή, ο επαγγελματισμός, είναι χαρακτηριστικά των συναδέλφων που έχουν διάρκεια στο χρόνο».
Έχετε διδάξει και σε Σχολές Υποκριτικής. Πώς αντιμετωπίζουν οι νέοι το Θέατρο;
«Εξαρτάται με ποια πρόθεση έρχονται να σπουδάσουν. Αν το Θέατρο είναι γι’ αυτούς ανάγκη υπαρξιακή ή ο στόχος τους είναι μόνο η αναγνωρισιμότητα και τα “υποτιθέμενα” χρήματα».
Αλλά, έχετε παίξει και σε μιούζικαλ, ένα δύσκολο είδος. Η σχέση σας με τη Μουσική και το Χορό;
«Το Μιούζικαλ είναι ένα είδος πολύ απαιτητικό, που το αγαπώ ιδιαιτέρως. Με κάνει να νιώθω σαν παιδί που μπαίνει σε μαγαζί με παιχνίδια! Έχω κάνει λίγο κλασικό μπαλέτο, αλλά αγαπούσα πολύ το Χορό και είχα μια ευκολία σ’ αυτό. Ως προς τη Μουσική έχω σπουδάσει Πιάνο και έχω κάνει λίγο κλασικό τραγούδι».
Είστε χρόνια παντρεμένη με τον ηθοποιό Γιάννη Μπουραζάνα. Πιο καλός μπαμπάς ο Γιάννης ή πιο καλή μαμά η Τζίνη;
«Με τον Γιάννη είμαστε μαζί πάνω από 20 χρόνια. Είναι ένας εξαιρετικά ταλαντούχος άνθρωπος που θαυμάζω και υπολογίζω τη γνώμη του όσο κανενός. Ο Γιάννης είναι ο καλύτερος πατέρας που θα μπορούσαν να έχουν τα παιδιά μας».
Τι σας ξεκουράζει;
«Το σπίτι μου».
Αντιμετωπίζετε τις δυσκολίες με κάποιο μότο;
«Show must go on».
Τι σας δυσαρεστεί στην κοινωνία μας;
«Η έλλειψη σεβασμού. Σε κάθε επίπεδο της κοινωνικής συνύπαρξης. Και η αμορφωσιά που πουλιέται για μαγκιά».
Ποιος έχει επηρεάσει περισσότερο τη ζωή σας;
«Οι γονείς μου».
Οι μικρές και μεγάλες αδυναμίες της Τζίνης είναι….
«Τα γλυκά και η οικογένειά μου».
Και… κάτι άλλο;
«Προς το παρόν είμαι και στην παράσταση “Στέλιος Κασόνγκο” στο θέατρο “Επί Κολωνώ” και στον “Έρωτα Φυγά” στο Open. Άρα, το πρόγραμμά μου είναι γεμάτο. Πάντα, όμως, αναζητώ την επόμενη πρόκληση».