Από την έναρξη της πανδημίας του νέου κορωνοϊού, ο κόσμος έχει ένα κύριο ερώτημα στο μυαλό του: Πώς και πότε θα τελειώσει η πανδημία; Φυσικά η απάντηση δεν είναι απλή, ούτε σαφής.

Μέτρα έχουν ληφθεί σε όλο τον πλανήτη ώστε να περιοριστεί η διασπορά του. Σε πολλές χώρες επιβλήθηκε σκληρή καραντίνα με επιχειρήσεις να κλείνουν και τους ειδικούς να ενθαρρύνουν τον κόσμο να παραμείνει στο σπίτι του.

Ακολούθως τα αυστηρά μέτρα χαλάρωσαν, σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης της οικονομικής ζωής και της αποκατάστασης μιας υποτυπώδους κανονικότητας, πολλές χώρες άνοιξαν τα σύνορα και υποδέχτηκαν τουρίστες ενώ η χρήση μάσκας και η επιβολή αποστάσεων καθιερώθηκε ως νέος τρόπος ζωής.

Ωστόσο, παρά τα μέτρα και τα αυστηρά lockdown αποδεικνύεται πως το αποτέλεσμα ήταν βραχυπρόθεσμο χωρίς διάρκεια. Από τη στιγμή που επανήλθε εκ νέου η κοινωνικοποίηση και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα ξεκίνησαν τη λειτουργία τους, οι χώροι εργασίας επανήλθαν στη λειτουργία του, τα κρούσματα ξεκίνησαν να αυξάνονται. 

Την ώρα που οι πληροφορίες για τη δημιουργία ενός εμβολίου είναι αντικρουόμενες και φαίνεται να απαιτείται περισσότερος χρόνος, είναι εύλογο κανείς να αναρωτιέται πόσο ακόμη θα διαρκέσει αυτή η κατάσταση. Αρκετοί από τους ειδικούς προσπαθώντας να βρουν τις απαντήσεις κοιτούν πίσω στο παρελθόν, ανατρέχοντας στις παλιές εμπειρίες και στα πιθανά διδάγματα από αυτές.

Η γρίπη του 1918 – Προσωρινό νοσοκομείο στο Όκλαντ – Φωτογραφία Edward A. “Doc” Rogers / Library of Congress

Η πιο φονική πανδημία που καταγράφηκε ποτέ είναι η ισπανική γρίπη του 1918, που σύμφωνα με εκτιμήσεις σκότωσε τουλάχιστον 50 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως σε μια περίοδο δύο ετών, μέχρι το 1920. Το 1957 ξέσπασε η γρίπη H2N2, οδηγώντας στο θάνατο περίπου ένα εκατομμύριο ανθρώπους. Το 1968 ξεκίνησε η πανδημία της γρίπης H3N2, με αντίστοιχο αριθμό θανάτων. Το 2009 ξέσπασε άλλη μια πανδημία, η γρίπη των χοίρων, που σύμφωνα με εκτιμήσεις προκάλεσε 284.000 θανάτους.

Παρά το γεγονός ότι μπορεί κάποιος να αντλήσει σημαντικές πληροφορίες από αυτές τις πανδημίες, αξίζει να σημειωθεί πως επρόκειτο για ιούς γρίπης, ενώ ο Covid-19, ένας κορωνοϊός, συμπεριφέρεται διαφορετικά.

Η Δρ Nathalie MacDermott, λέκτορας στο Εθνικό Ινστιτούτο Έρευνας για την Υγεία στο King’s College του Λονδίνου, μιλώντας στον Independent, επισημαίνει αυτή τη «μοναδική» φύση του Covid-19.

«Αυτή η πανδημία είναι στην πραγματικότητα μοναδική, υπό την έννοια ότι έχουμε ένα παθογόνο που έχει υψηλή μεταδοτικότητα ενώ είναι μεταδοτικό ακόμη και από άτομα που είναι ασυμπτωματικά».

«Αυτοί οι παράγοντες είναι που καθιστούν δύσκολη τη συγκράτησή του σε σχέση με άλλες επιδημίες που έχουν καταγραφεί πρόσφατα».

Η Δρ MacDermott λέει για παράδειγμα ότι η επιδημία του Έμπολα, κατά την οποία οι ασυμπτωματικοί δεν μπορούσαν να μεταδόσουν τη νόσο, την καθιστά σχετικά εύκολο να συγκρατηθεί.

«Ακόμη και στην περίοδο επώασης, που είναι περίπου 21 ημέρες για τον Έμπολα, όταν οι άνθρωποι μολύνονται και δεν έχουν ακόμη συμπτώματα, δεν μεταδίδουν τη νόσο».

Παρά το γεγονός ότι ο Covid-19 έχει ξεχωριστή συμπεριφορά, που καθιστά δυσκολότερο τον εντοπισμό του, μπορούμε να αντλήσουμε στοιχεία από άλλες πανδημίες που έχουν εξαλειφθεί; Πολλές ασθένειες που προκαλούν πανδημία εξακολουθούν να κυκλοφορούν στον πληθυσμό σήμερα, μεταξύ αυτών και η βουβωνική πανώλη, αλλά καθώς είναι υπό έλεγχο, σε μεγάλο βαθμό δεν αποτελούν πρόβλημα για την ευρύτερη κοινωνία.

Ο Δρ Τζούλιαν Τανγκ, επίτιμος αναπληρωτής καθηγητής Πνευμονολογίας και κλινικός ιολόγος στο Πανεπιστήμιο του Λέστερ, λέει στον Independent, ότι το τυπικό μοτίβο μιας πανδημίας είναι ότι «θα εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον πληθυσμό, επειδή δεν υπάρχει προηγούμενη ανοσία, έως ότου όλοι να μολυνθούν και καταστούν πλήρως κορεσμένοι, και στη συνέχεια ο ιός πεθαίνει».

Η ισπανική γρίπη, για παράδειγμα, λέγεται ότι διήρκεσε μεταξύ 1918-1920 με τους πολλούς ανθρώπους να καταλήγουν, αλλά αυτό το συγκεκριμένο στέλεχος – H1N1 – στην πραγματικότητα παρέμεινε να κυκλοφορεί ανάμεσα στον πληθυσμό για περίπου 40 χρόνια, λέει ο Δρ Τανγκ. Δηλαδή, έως ότου εκτοπιστεί από ένα νέο στέλεχος της γρίπης – H2N2 – προκαλώντας μια νέα πανδημία το 1957. Ο Δρ Τανγκ λέει ότι οι ειδικοί «προσπαθούν ακόμα να καταλάβουν» πώς ένας νέος ιός είναι σε θέση να «αντικαταστήσει τον προηγούμενο ιό».  

Ευτυχώς, το στέλεχος H2N2 ήταν λιγότερο θανατηφόρο για τους ανθρώπους, σύμφωνα με το New Scientist, επειδή ο H1N1 που είχε προσαρμοστεί στον άνθρωπο αντάλλαξε γονίδια με τη γρίπη των πτηνών H2N2. Ο ιός H1N1, ο οποίος προκάλεσε επίσης την πανδημία της γρίπης των χοίρων του 2009, συνεχίζει να κυκλοφορεί μέχρι σήμερα, αν και ενέχει μικρότερο κίνδυνο.

Όμως, αυτός ο τύπος εξόδου – μέσω μιας ανοσίας της αγέλης  – από μια πανδημία έχει ήδη απορριφθεί από τους ειδικούς ως «ανήθικος» και «μη εφικτός» για τον Covid-19.  Αυτό συμβαίνει επειδή, όπως και σε άλλες ασθένειες, φαίνεται ότι η ανοσία στον κορωνοϊό είναι βραχύβια. Ο Δρ Ταγκ τονίζει ότι τα αντισώματα θα μπορούσαν να διαρκέσουν από έξι έως 12 μήνες. «Στη συνέχεια, θα μολύνει ξανά εκείνους τους ανθρώπους που έχουν καθαρίσει τον ιό», προσθέτει.

Εάν η ανοσία της αγέλης δεν αποτελεί επιλογή, τότε άλλοι τρόποι δράσης περιλαμβάνουν κοινωνικά μέτρα, όπως  οι αποστάσεις, η μάσκα και ένα αποτελεσματικό σύστημα ιχνηλάτησης. Στην πραγματικότητα, παρόμοια μέτρα ελήφθησαν κατά την έξαρση της ισπανικής γρίπης, πέραν του ότι αποτελούν βασικό παράγοντα για την εξάλειψη της ευλογιάς, όπως δηλώνει ο Δρ Τανγκ.

«Η ευλογιά δεν εξαλείφθηκε μόνο με το εμβόλιο», λέει, για το εμβόλιο που δημιουργήθηκε από τον Άγγλο γιατρό Edward Jenner στα τέλη του 18ου αιώνα. «Η ευλογιά εξαλείφθηκε πραγματικά από τον εντοπισμό και την ιχνηλάτηση, την απομόνωση και την καραντίνα, και στη συνέχεια με τον εμβολιασμό όλων των επαφών γύρω τους, έτσι πρόκειται μια συνδυασμένη προσπάθεια». Το 1980, ανακοινώθηκε ότι η ευλογιά είχε γίνει η πρώτη και μόνη μολυσματική ασθένεια μεταξύ των ανθρώπων που εξαλείφθηκε πλήρως.

Φυσικά, τα διεθνή ταξίδια αποτελούν έναν σημαντικό παράγοντα διασποράς και εξάπλωσης των  ασθενειών και το μέγεθος του πληθυσμού το 2020 είναι πολύ μεγαλύτερο από ό, τι πριν από έναν αιώνα. Ωστόσο έχουμε πολύ μεγαλύτερη πρόσβαση στην τεχνολογία σήμερα, η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για μέτρα όπως ο εντοπισμός και ιχνηλάτηση καθώς και μέσω των βελτιωμένων συνθηκών υγιεινής.

Εάν αυτά τα μέτρα μπορούν να μας κρατήσουν ασφαλείς μέχρι να έχουμε ένα εμβόλιο, θα σημάνει το τέλος του Covid-19 και θα επιστρέψει στη ζωή στην κανονικότητά της; Οι ειδικοί λένε πως υπάρχει η πιθανότητα ο κορωνοϊός να παραμείνει μέρος της ζωής μας για σημαντικό χρονικό διάστημα. Συγκρίσεις μπορούν να γίνουν με την εξάπλωση του HIV, που περιγράφεται από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ως «παγκόσμια επιδημία». Στις ΗΠΑ η πρώτη κλινική παρατήρηση του AIDS πραγματοποιήθηκε το 1981.

Η Κριστίν Στέρλινγκ, εκτελεστική διευθύντρια του φιλανθρωπικού οργανισμού Frontline AIDS, επισημαίνει ότι ενώ τα αντιρετροϊκά φάρμακα είναι τώρα διαθέσιμα σε άτομα που έχουν διαγνωστεί θετικά στον HIV, η επιδημία παραμένει, με περίπου 1,7 εκατομμύρια νέες περιπτώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο πέρυσι.

Υπάρχει πιθανότητα ο ιός να εξαφανιστεί με την πάροδο του χρόνου; Η Δρ MacDermott εξηγεί ότι εάν ο ρυθμός μεταδοτικότητας (R) της λοίμωξης μειωθεί κάτω από 1, «τελικά η επιδημία συνήθως εξαφανίζεται». Ο στόχος θα ήταν να επιτευχθεί ένα R «ιδανικά πολύ λιγότερο από 1», ενώ προσθέτει πως «αν παραμείνει στο 0,9 θα χρειαστεί πολύς χρόνος για να ελεγχθεί».

Αυτό έχει αποδειχθεί η μεγάλη πρόκληση με τον κορωνοϊό. Παρά το γεγονός ότι η ανθρωπότητα γνωρίζει πλέον περισσότερα σε σχέση με τον Ιανουάριο, υπάρχουν ακόμη πολλές αβεβαιότητες. Κανείς δεν είναι σε θέση να προβλέψει εάν και πότε θα διατεθεί ένα βιώσιμο εμβόλιο και αν όχι, πόσο καιρό θα διαρκέσει η πανδημία. Οι προηγούμενες επιδημίες και πανδημίες δείχνουν ότι μπορεί να χρειαστούν χρόνια ώστε να μην αποτελούν πλέον απειλή, με κάποιες από αυτές να εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμη και σήμερα.

Πηγή: Independent