Πού οφείλεται η ακρίβεια

Βρίσκεται η Ελλάδα, άραγε, στη μέγγενη της ακρίβειας; Τις τελευταίες ημέρες ο φόβος των μεγάλων ανατιμήσεων, κυρίως σε τομείς ευαίσθητους, όπως τα καύσιμα και η ηλεκτρική ενέργεια, έχει προκαλέσει δικαιολογημένα έντονο προβληματισμό και ανησυχία στην κοινή γνώμη. Ακούγονται, βέβαια, και υπερβολές. Ότι δήθεν ο καφές θα φτάσει τα 5 € όταν τον παίρνεις από έναν καφέ της γειτονιάς. Φυσικά, αυτό δεν είναι ακριβές. Αλλά ότι θα υπάρξουν, και ήδη υπάρχουν, σημαντικές αυξήσεις σε μία σειρά από αγαθά τα οποία είναι απαραίτητα για τα ελληνικά νοικοκυριά, είναι αναμφίβολο. Και τούτο, διότι μετά από μία μεγάλη πανδημία, η οποία προκάλεσε ιδιαίτερη αναστάτωση σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, αυτό ήταν μοιραίο.

Το βέβαιο είναι ότι η ακρίβεια που αρχίζει να πλήττει και τη χώρα μας, είναι εισαγόμενη. Δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Αφορά τον κόσμο ολόκληρο και είναι η μεγαλύτερη, ίσως η χειρότερη, συνέπεια της πανδημίας σε οικονομικό επίπεδο. Αυτό οφείλεται, κυρίως, στη μεγάλη αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος, στην οποία υποχρεώθηκαν να καταφύγουν οι κυβερνήσεις όλων των ισχυρών χωρών του κόσμου, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις οικονομικές συνέπειες της καραντίνας και του lockdown. Αποτελεί βασική αρχή της οικονομικής επιστήμης και έχει αποδειχθεί πάντα, ότι όταν αυξάνεται υπερβολικά η κυκλοφορία του χρήματος, χωρίς να ανταποκρίνεται αυτό στην παραγωγικότητα μίας Οικονομίας, αυξάνονται μοιραία και οι τιμές, διότι το χρήμα που κυκλοφορεί είναι πληθωριστικό. Οι κυβερνήσεις των μεγάλων χωρών του κόσμου, όπως των ΗΠΑ, της Ελβετίας, της Ιαπωνίας, της Μεγάλης Βρετανίας και, φυσικά, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υποχρεώθηκαν κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ετών να τυπώσουν πάρα πολύ από αυτό το πληθωριστικό χρήμα. Εκτιμάται ότι αυτό το πληθωριστικό χρήμα στις ΗΠΑ υπερέβη τα 3 τρισ. δολάρια. Κάτι αντίστοιχο συνέβη με την Ε.Ε. Με αποτέλεσμα τώρα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να αναγκάζεται να αρχίσει να σφίγγει τα λουριά. Γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να ξεφύγει υπερβολικά το δημόσιο Χρέος σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ελλάδα. Στην πατρίδα μας χρειάστηκε μέχρι στιγμής να δαπανηθούν πάνω απο 41 δισ. ευρώ για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας. Και όλα αυτά προήλθαν από την Ε.Ε. είτε με τη μορφή επιδοτήσεων είτε με τη μορφή χαμηλότοκου δανεισμού, που, δυστυχώς, εκτόξευσε το δημόσιο Χρέος και πάλι άνω του 220% επί του ΑΕΠ. Αυτό το χρήμα που έρρευσε τα τελευταία περίπου δύο χρόνια ήταν μοιραίο, τώρα που το lockdown τελείωσε, να αυξήσει την κατανάλωση υπερβολικά, κάτι που αποτυπώνεται στο ρυθμό ανάπτυξης 16,2% που ανακοίνωσε η ΕΛ.ΣΤΑΤ. για το β’ τρίμηνο του έτους, αλλά μοιραία και να πιέσει τις τιμές προς τα πάνω 

Υπήρξαν, βέβαια, και δευτερεύοντες λόγοι που οδήγησαν στην αύξηση των τιμών παγκοσμίως, όπως η σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Γερμανίας για το φυσικό αέριο, που οδήγησε τις τιμές του πολύτιμου αυτού καυσίμου στα ύψη. Ενώ είχαμε μεγάλο πρόβλημα και με την παραγωγή του καφέ, που έπληξε τις δύο μεγαλύτερες παραγωγικές χώρες, δηλαδή τη Βραζιλία και το Βιετνάμ, πάλι εξαιτίας της πανδημίας και της κλιματικής αλλαγής. Το βέβαιο είναι ότι για τους προσεχείς μήνες θα έχουμε μία σειρά από αυξήσεις σε αγαθά τα οποία είναι απαραίτητα για τα νοικοκυριά μας, όπως είναι τα καύσιμα και η ηλεκτρική ενέργεια. Η κυβέρνηση έχει υποχρέωση, και αυτό θα πράξει με τις εξαγγελίες του στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, να λάβει τα καλύτερα δυνατά μέτρα για την αντιμετώπιση αυτού του κύματος ακριβείας. Αλλά πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Η ακρίβεια είναι ένα υπαρκτό γεγονός. Και ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά είναι η καταπολέμηση της αισχροκέρδειας από τους ίδιους τους επιχειρηματίες και η σωστή λειτουργία του ανταγωνισμού, να μην πέφτουμε δηλαδή θύματα αυτών που ανεβάζουν ανεξέλεγκτα τις τιμές χωρίς πραγματικό λόγο. Από κει και πέρα, αναμφίβολα ακρίβεια θα υπάρξει, αλλά με την αύξηση της παραγωγικότητας της ελληνικής Οικονομίας, εκτιμάμε βασίμως ότι θα αντιμετωπιστεί μέσα στο προσεχές διάστημα.