Η Ευρώπη ρισκάρει την αποστολή της για ώθηση της ανάπτυξης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης των 750 δισ. ευρώ προειδοποιεί ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, απαντώντας σε ερώτημα σχετικό με το αν τα κράτη -μέλη της ΕΕ έχουν τη δυνατότητα να εφαρμόσουν σκληρές οικονομικές μεταρρυθμίσεις.

«Υπάρχει έλλειψη πραγματικής προόδου, έλλειψη αποτελεσματικότητας στην εκτέλεση των μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων» δήλωσε στους Financial Times. «Αυτή η δυσκολία με ανησυχεί», πρόσθεσε.

Ο Σόιμπλε, νυν πρόεδρος της γερμανικής Βουλής, λέει ότι η ΕΕ σπατάλησε πολύ χρόνο διαφωνώντας για το ύψος των κονδυλιών οικονομικής στήριξης για τον κορωνοϊό και για το πώς θα διατεθούν και όχι για το πώς θα δαπανηθούν.

«Θα έπρεπε από καιρό να είχαμε ορίσει τους τομείς στους οποίους τα κράτη – μέλη θα πρέπει να επενδύσουν αυτά τα χρήματα – στην τεχνητή νοημοσύνη, στην ψηφιοποίηση, στην πολιτική αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, ελπίζω να καταφέρουμε να το κάνουμε πιο γρήγορα», λέει.

Στην ίδια γραμμή ο Ντομπρόβσκις

Η αλήθεια είναι, μάλιστα, πως ο Σόιμπλε δεν αποτελεί εξαίρεση. Μπορεί να ηττήθηκε στη μάχη της διαδοχής στους Χριστιανοδημοκράτες και την καγκελαρία (ο εκλεκτός του Φρίντριχ Μερτς ήρθε δεύτερος), όμως διαθέτει πολλούς συμμάχους, τόσο εντός όσο και εκτός Γερμανίας.

Ένας από αυτούς είναι και ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Βάλντις Ντομπρόφσκις. Όπως δήλωσε την περασμένη εβδομάδα, άλλωστε, οι εκταμιεύσεις από το Ταμείο θα είναι συνδεδεμένες με την επίτευξη «συγκεκριμένων και μετρήσιμων στόχων», για να προσθέσει πως «υπάρχει ακόμη πολλή δουλειά» που πρέπει να γίνει – καλώντας, παράλληλα, ορισμένα κράτη-μέλη να γίνουν πολύ πιο συγκεκριμένα τις προτάσεις των οποίων θα ζητήσουν χρηματοδότηση.

Αμφότεροι, εάν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, εννοούν – όσο κι αν δεν το λένε με το όνομά του, για ευνόητους λόγους – ένα νέο μνημόνιο, που θα αφορά τόσο τις επιχορηγήσεις όσο και τα δάνεια. Κάτι που, όπως είναι γνωστό, απαιτούσαν εξαρχής οι αποκαλούμενοι «frugals» του Βορρά – Ολλανδία, Αυστρία, Δανία, Σουηδία και Φινλανδία.

Οι θέσεις αυτές, ωστόσο, είναι φανερό πως όχι απλώς δεν βρίσκουν σύμφωνους, αλλά εξοργίζουν άλλους εταίρους. Ανάμεσά τους είναι και η Γαλλία – και ο καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός της, ο Λε Μερ, δεν δίστασε να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου.