S&P: Ήρθαν για να μείνουν οι υψηλές τιμές της ενέργειας και ο πληθωρισμός | S P Mrsnik 16 01 22 scaled

Τα μεγάλα θέματα της οικονομίας και των αγορών, με την ενεργειακή κρίση και την εκτόξευση του πληθωρισμού να αποτελούν τα μεγαλύτερα προβλήματα  για τις κυβερνήσεις, τις κεντρικές τράπεζες και τους καταναλωτές, εξετάζει για το νέο έτος  ο οίκος αξιολόγησής S&P Global Ratings, με τον ανώτερο διευθυντή Marko Mrsnik.

Συγκεκριμένα, για την Ενέργεια, ο οίκος αναφέρει πως οι ασταθείς και σε επίπεδα ρεκόρ τιμές του φυσικού αερίου, του άνθρακα και της ενέργειας έχουν διαφορετικές επιπτώσεις, και εκτιμά πως θα παραμείνουν ισχυρές το 2022, με πιθανές  «αναλαμπές»  εκτόξευσης, ενώ  θα περιοριστούν έως το τέλος του έτους.

Αναφορικά με τον πληθωρισμό, η S&P σημειώνει πως ο ισχυρότερος και πιο επίμονος πληθωρισμός θα επιβαρύνει σίγουρα τις οικονομίες, με το μεγαλύτερο βάρος να στρέφεται πλέον στις κινήσεις των κεντρικών τραπεζών, ενώ οι παραγωγοί υδρογονανθράκων θα δημιουργήσουν πλεόνασμα μετρητών.

Βέβαια, οι αποφάσεις χρηματοοικονομικής πολιτικής σχετικά με τις κεφαλαιουχικές δαπάνες, τη μείωση του χρέους και τις αποδόσεις των μετόχων αποτελούν πλέον σημαντικούς παράγοντες αξιολόγησης, με το ρυθμιστικό περιβάλλον και τις επενδυτικές στρατηγικές αντιστάθμισης του κινδύνου (hedging), να  μπορούν να υποστηρίξουν τις αξιολογήσεις των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας και των εταιρειών παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Ωστόσο, οι προβλέψιμες ρυθμίσεις για τα δίκτυα, οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις παραγωγής και η αντιστάθμιση κινδύνου,  παρέχουν ένα μαξιλάρι για πολλές επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, καθώς μπορούν να αποτελέσουν ασπίδα έναντι της αστάθειας των τιμών στην spot αγορά, όπως επισημαίνει η S&P.

Στο μεταξύ, οι βιομηχανίες που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη χρήση φυσικού αερίου και ενέργειας, είναι αντιμέτωπες με δύσκολες αποφάσεις, καθώς οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και οι ελλείψεις φυσικού αερίου οδήγησαν σε ορισμένες διακοπές λειτουργίας το 2021 για τους παραγωγούς λιπασμάτων.

Παράλληλα, η εξασφάλιση της προσφοράς για το 2022 μπορεί να σημαίνει δέσμευση σε πολύ υψηλότερες τιμές, γεγονός που θα μείωνε τα περιθώρια κέρδους.

Όσον αφορά  τις  τιμές του πετρελαίου, αυτές θα μειωθούν κάπως το 2022, όπως εκτιμά η S&P, ενώ σύμφωνα με το βασικό σενάριο του οίκου, το αργό πετρέλαιο Brent θα κινηθεί κατά μέσο όρο στα 65 δολάρια το βαρέλι και το ευρωπαϊκό αέριο, με βάση το ολλανδικό TTF, θα μειωθεί σχεδόν στο μισό αλλά θα παραμείνει υψηλότερο από τα ιστορικά δεδομένα, στα 12 δολάρια ανά εκατ. BTU, αλλά οι περιορισμοί της προσφοράς θα μπορούσαν να ωθήσουν αυτές τις τιμές υψηλότερα.

Ταυτοχρόνως, οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας πιθανότατα θα σταθεροποιηθούν σε υψηλότερο επίπεδο, με την αυξημένη μεταβλητότητα να  σταθεροποιείται  στην αγορά,  καθώς επιταχύνεται η ενεργειακή μετάβαση, λόγω της ταχύτερης απόσυρσης της χρήσης ορυκτών καυσίμων και της απρόβλεπτης αύξησης της δυναμικότητας ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, παράλληλα με τη μεγαλύτερη εξάρτηση από τις καιρικές συνθήκες.

Συνεχίζοντας την ανάλυση του  ο οίκος, ενώ η τρέχουσα ενεργειακή κρίση μπορεί να λειτουργήσει ως αφύπνιση για τις αγορές και την πολιτική, ο καθορισμός του ρόλου του φυσικού αερίου σε μια οικονομία χωρίς άνθρακα παραμένει πολύπλοκος.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη S&P,  η  πολιτική παρέμβαση θα μπορούσε να αποτρέψει τις επενδύσεις,  καθώς  όπως έχει  ήδη  αναφερθεί  σε όλη την Ευρώπη, οι κυβερνήσεις μπορεί να επιδιώξουν να διαχειριστούν τον κοινωνικό αντίκτυπο των υψηλών τιμών μέσω δημοσιονομικών μεταρρυθμίσεων ή προσαρμογών της αγοράς.

Αλλά, αυτή η αβεβαιότητα σχετικά με το ρυθμιστικό πλαίσιο και τις αγορές ενέργειας είναι συνήθως αρνητική για την πιστωτική ποιότητα των συμμετεχόντων, ενώ  θα μπορούσε επίσης να θέσει σε κίνδυνο τις επενδυτικές αποφάσεις,  σε μια εποχή που οι πολιτικές στοχεύουν στην επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης.

Αναφορικά με το δεύτερο μεγάλο θέμα για τη φετινή χρονιά,  τον πληθωρισμό, η S&P σημειώνει πως έχει παραμείνει ισχυρότερος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι αναμενόταν και  πλέον η απορία είναι τώρα εάν οι μεγάλες κεντρικές τράπεζες,  μπορούν να αφήσουν τις πιέσεις στις τιμές να περάσουν μέσα από την οικονομία χωρίς επιθετική σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.

Από την άλλη πλευρά, ο ισχυρότερος και πιο επίμονος πληθωρισμός θα επιβαρύνει τις οικονομίες, αφού οι μετρήσεις για τον ονομαστικό πληθωρισμό ήταν υψηλότερες από ό,τι ανέμεναν οι οικονομολόγοι το 2021, καθώς οι εταιρείες σε πολλούς τομείς βασίζονται στην ικανότητά τους να μεταφέρουν το κόστος σε πελάτες και καταναλωτές.

Το άλμα στις ΗΠΑ, κατά 6,2% στον πληθωρισμό του Οκτωβρίου 2021 σε ετήσια βάση, ήταν η πιο απότομη αύξηση από το Νοέμβριο του 1990, με το πρόβλημα αυτό  να  αρχίζει  να επιταχύνεται ξανά σε μηνιαία βάση, αυξάνοντας κατά 0,9%, ενώ  οι τιμές καταναλωτή στην ευρωζώνη ανέβηκαν 4,1% σε ετήσια βάση,  το υψηλότερο επίπεδο από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.

Σύμφωνα με την  S&P, η πορεία του πληθωρισμού θα καθορίσει την τροχιά των απαντήσεων των κεντρικών τραπεζών, με τους  υπεύθυνους  χάραξης πολιτικής της Fed και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, να  έχουν μέχρι στιγμής διατηρήσει μια προσέγγιση αναμονής, καθώς οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες για τον πληθωρισμό παραμένουν αμετάβλητες.

Μάλιστα, η  Fed ανακοίνωσε σχέδια για tapering και ο πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Jerome Powell δήλωσε ότι το βασικό επιτόκιό της θα παραμείνει κοντά στο μηδέν μέχρι τα τέλη του 2022, δεδομένης της χαλάρωσης στην αγορά εργασίας των ΗΠΑ.

Πλέον όμως  τα πρόσφατα στοιχεία και τα σχόλια της Fed υποδηλώνουν  ότι οι παραπάνω κινήσεις θα επιταχυνθούν, με την πρόεδρο της ΕΚΤ  Kristin Lagarde, να απορρίπτει επίσης τις εκκλήσεις για πιο σφιχτή νομισματική πολιτική, επισημαίνοντας πως  αν γίνει τώρα για να περιοριστεί ο πληθωρισμός, θα μπορούσε να πνίξει την ανάκαμψη της περιοχής.

Όσον αφορά τον πληθωρισμό, η S&P πιστεύει ότι οι πληθωριστικές πιέσεις θα μειωθούν τελικά, αλλά οι κίνδυνοι μιας άτακτης εξόδου από την Covid αυξάνονται, αφού αν και υπάρχει ένα όριο για το χρονικό διάστημα που ο πληθωρισμός μπορεί να θεωρηθεί παροδικός, στο βασικό της σενάριο εξακολουθεί να αναμένει ήπιες κινήσεις του πληθωρισμού στις μεγάλες οικονομίες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και της ευρωζώνης.

Πιο αναλυτικά, σύμφωνα με τον οίκο, η απότομη επιστροφή της καταναλωτικής ζήτησης από τα χαμηλά επίπεδα της πανδημίας, μαζί με τις διαταραχές της προσφοράς που τελικά θα αμβλυνθούν,  οδηγούν σε υψηλό δείκτη τιμών καταναλωτή, με τις τιμές της ενέργειας να  έχουν γίνει επίσης η κύρια κινητήρια δύναμη του πληθωρισμού.

Επομένως,  ο πληθωρισμός μπορεί να σταθεροποιηθεί σε υψηλότερο επίπεδο από τα χαμηλά  που επικράτησαν τις τελευταίες δεκαετίες, αλλά οι διαρθρωτικοί παράγοντες που οδήγησαν σε δεκαετίες χαμηλού πληθωρισμού στις ανεπτυγμένες αγορές,  συμπεριλαμβανομένων των δημογραφικών τάσεων, της τεχνολογικής καινοτομίας και της συμπεριφοράς των καταναλωτών, δεν άλλαξαν πολύ.