Σπύρος Πουρνάρας: «Ευτυχώς που υπάρχει το εμβόλιο, αλλιώς οι θάνατοι θα ήταν πολλαπλάσιοι»

Αναδημοσίευση από τη «Βραδυνή της Κυριακής»

Συνέντευξη στον Θοδωρή Τρυποσκιάδη

Με την αύξηση των κρουσμάτων κορωνοϊού το τελευταίο χρονικό διάστημα να είναι ραγδαία, ο καθηγητής Mικροβιολογίας του ΕΚΠΑ Σπύρος Πουρνάρας τονίζει τη σπουδαιότητα του εμβολίου, λέγοντας ότι χωρίς αυτό, τα θύματα από την πανδημία στη χώρα μας θα ήταν πολλαπλάσια. Μάλιστα, προτείνει την επέκταση της υποχρεωτικότητας του εμβολιασμού σε συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζομένων στο δημόσιο αλλά και τον ιδιωτικό τομέα.

Σε ποια φάση της πανδημίας βρισκόμαστε;

«Είμαστε σε φάση μεγάλης έξαρσης της πανδημίας και, δυστυχώς, αυξάνεται σημαντικά και ο αριθμός των νεκρών. Δεν χρειάζεται να δίνουμε τόση σημασία στα απόλυτα νούμερα των κρουσμάτων που ανακοινώνονται καθημερινά, καθώς σε αυτά περιλαμβάνονται και οι ασυμπτωματικές ή ήπιες νοσήσεις, αλλά στο γεγονός πως οι θάνατοι είναι γύρω στους 50-60 σε καθημερινή βάση, κάτι που είναι ιδιαίτερα σοβαρό και ανησυχητικό. Ευτυχώς που υπάρχει, πλέον, το εμβόλιο, αλλιώς οι θάνατοι θα ήταν πολλαπλάσιοι».

Πόσο δύσκολος αναμένεται να είναι ο χειμώνας;

«Ο κοινός νους, για να είμαστε σώφρονες, λέει ότι θα υπάρχει επιδείνωση το χειμώνα. Ελπίζουμε όσο θα αυξάνονται οι εμβολιασμοί να μη διαρκέσει πολύ, αλλά οπωσδήποτε θα υπάρξει μία επιδείνωση. Πρέπει να είμαστε έτοιμοι, για να μην αιφνιδιαστούμε. Καλό είναι να είμαστε αισιόδοξοι, αλλά τα γεγονότα μάς διαψεύδουν συχνά. Αυτές οι ιώσεις είναι, εν πολλοίς, εποχικές για το χειμώνα».

Φτάνουν τα νέα μέτρα που ανακοινώθηκαν πρόσφατα από την κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της διασποράς του κορωνοϊού ή πιστεύετε πως θα χρειαστούν και άλλα;

«Προσωπικά πιστεύω πως είναι αρκετά και σίγουρα η κοινωνία δεν αντέχει νέο lockdown. Το μόνο που θα μπορούσα εγώ να προτείνω είναι να επεκταθεί η υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού σε συγκεκριμένες κατηγορίες εργαζόμενων του δημοσίου ή και ιδιωτικού τομέα που έρχονται σε επαφή με το κοινό, με πολλούς ανθρώπους. Όπως, δηλαδή, συνέβη με το υγειονομικό προσωπικό (γιατροί και νοσηλευτές) και με το προσωπικό των οίκων ευγηρίας. Αυτό το θέμα μπορεί να συζητηθεί σοβαρά, από τη στιγμή που τα εμβόλια είναι, πια, επισήμως αδειοδοτημένα και οι παρενέργειές τους είναι γνωστό πως είναι περιορισμένες».

Πόσο σημαντικά όπλα για την αντιμετώπιση της πανδημίας θα αποτελέσουν τα μονοκλωνικά αντισώματα, το χάπι της Pfizer, καθώς και εκείνο της Merck;

«Τα μονοκλωνικά αντισώματα είναι χρήσιμα για συγκεκριμένες κατηγορίες ανθρώπων, αλλά δεν αφορούν τη μεγάλη μάζα των ασθενών, αλλά λίγες περιπτώσεις. Τα φάρμακα θα βοηθήσουν, αλλά είναι ακόμα σε πρώιμο στάδιο. Της Merck προηγείται, πλησιάζει στην αδειοδότηση, ενώ της Pfizer υπολείπεται ακόμα, και υπάρχουν δεδομένα μόνο από μία κλινική μελέτη. Σχετικά με το φάρμακο της Merck, όπως φαίνεται από τα σημερινά δεδομένα, συμβάλλει στην αποφυγή νοσηλείας και θανάτου του 50% μόνο των ασθενών. Τα φάρμακα, λοιπόν, δεν είναι η κύρια λύση, αλλά θα δράσουν επικουρικά των εμβολίων, δεν μπορούν να τα αντικαταστήσουν. Αυτή τη στιγμή τα εμβόλια είναι με διαφορά το αποτελεσματικότερο όπλο που έχουμε για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Τα εμβόλια προλαμβάνουν τη νόσο σε μεγάλο βαθμό και τη σοβαρή νόσο σε ακόμη μεγαλύτερο. Υπάρχουν μερικοί άνθρωποι που φοβούνται τα εμβόλια, τα αποφεύγουν και πιστεύουν πως τα φάρμακα θα είναι η λύση, ωστόσο αυτό είναι λάθος μήνυμα και δεν προκύπτει από κανένα δεδομένο».

Πότε προβλέπετε πως θα τελειώσει η πανδημία;

«Ασφαλείς προβλέψεις, πλέον, είναι πάρα πολύ δύσκολο να γίνουν. Εγώ θα σταθώ στα λεγόμενα του κορυφαίου Αμερικανού επιδημιολόγου και επικεφαλής του Εθνικού Ινστιτούτου Αλλεργιών και Μολυσματικών Ασθενειών των ΗΠΑ, Άντονι Φάουτσι, ο οποίος δήλωσε πρόσφατα πως για 1-1,5 χρόνο ακόμη, θα είναι σοβαρό το πρόβλημα».

Ποιο μήνυμα θέλετε να στείλετε στους συμπολίτες μας για τον εμβολιασμό;

«Τα εμβόλια είναι πάρα πολύ αποτελεσματικά και ασφαλή και οι παρενέργειές τους είναι σπανιότατες, ειδικά στα mRNA εμβόλια είναι σχεδόν αμελητέες. Το αν προσφέρουν επαρκή προστασία για πέντε, έξι ή οκτώ μήνες, μένει να αποδειχθεί, αλλά είναι επουσιώδες και το σίγουρο είναι πως σώζουν πάρα πολλές ζωές. Είναι τόσο μεγάλο το φορτίο των ανθρώπινων ψυχών που θα είχαν σωθεί αν είχαν εμβολιαστεί, που είναι πέραν πάσης αμφιβολίας ότι και αυτοί που το σκέφτονται και διστάζουν, πρέπει να κάνουν το εμβόλιο.

Για να εξασφαλιστεί η βέλτιστη προστασία, ασφαλώς και πρέπει να κάνουμε τις επαναληπτικές δόσεις, όποτε χρειαστούν».