Πράσινο φως άναψε το ΣτΕ για τις νέες ηλεκτρονικές ταυτότητες που πρόκειται να τεθούν στην κυκλοφορία. Αυτές προβλέπεται να διαθέτουν ηλεκτρονικό τσιπάκι («RFID chip»).

Αντίθετα το ΣτΕ έκρινε ότι δεν μπορεί να αποθηκεύονται τα στοιχεία που απαιτούνται για τις Υπηρεσίες Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης – εάν τελικά αποφασιστεί να εμπεριέχονται στο τσιπάκι – καθώς είναι παράνομο.

Τα στοιχεία των νέων ταυτοτήτων

Οι νέες ταυτότητες, πέρα από τα γνωστά δεδομένα που έχουν αυτές που είναι τώρα σε κυκλοφορία, θα περιλαμβάνουν το ΑΜΚΑ, την ομάδα αίματος (προαιρετικά το rhesus), την ιδιότητα του κατόχου.

Οι προσφυγές στο ΣτΕ

Κατά των νέων ταυτοτήτων είχαν προσφύγει περίπου 70 πολίτες,

μεταξύ των οποίων ένας αρχιμανδρίτης και 3 πρωτοπρεσβύτεροι, δύο δικηγόροι, η «Εστία Πατερικών Μελετών» και το «Ελληνορθόδοξο Κίνημα Σωτηρίας». Με την προσφυγή τους ζητούσαν να ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. 8200/0-297647/10.4.2018 κοινή υπουργική απόφαση που προβλέπει την έκδοση νέου τύπου δελτίων αστυνομικών ταυτοτήτων με «RFID chip» και παράλληλα καθορίζει τα προσωπικά στοιχεία που θα περιλαμβάνονται.

Η θέση τους ήταν, πως οι νέες ταυτότητες

είναι αντίθετες σε πλειάδα συνταγματικών διατάξεων, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στην Οικουμενική Διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τη νομοθεσία.

Η απόφαση του ΣτΕ αναλυτικά

Την Τρίτη, το Δ΄ Τμήμα του ΣτΕ έκανε μερικά δεκτές τις αιτήσεις ακύρωσης, κρίνοντας ότι νόμιμα περιλαμβάνονται στις νέες ταυτότητες τα στοιχεία που προβλέπονται από την υπουργική απόφαση, παρά το γεγονός ότι αποτελούν προσωπικά δεδομένα τα οποία θα περιλαμβάνονται ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του πολίτη και κατόχου του δελτίου αστυνομικής ταυτότητας. Και αυτό γιατί είναι αναγκαία για την εκτέλεση έργου που εμπίπτει στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας και αφορά δημοσίου συμφέροντος σκοπό.

Ομως, το ΣτΕ έκρινε ότι μη νόμιμα προβλέπεται να περιλαμβάνονται στις νέου τύπου αστυνομικές ταυτότητες, τα στοιχεία εκείνα που απαιτούνται για τις υπηρεσίες ηλεκτρονικής διακυβέρνησης. Και αυτό, γιατί δεν είναι κρίσιμα στοιχεία για την απόδειξη της ταυτότητας των πολιτών, αλλά ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι σύμφωνα με το νόμο 1599/1986, όπως βάσιμα υποστηρίζουν οι προσφεύγοντες.

Η υπουργική απόφαση για τις νέες ταυτότητες

Η παράγραφος 4 του άρθρου 3 της επίμαχης υπουργικής απόφασης, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί αναφέρει, σύμφωνα με το ΑΠΕ, τα εξής:

«Στο ενσωματωμένο ηλεκτρονικό μέσο αποθήκευσης, αποθηκεύονται φωτογραφία του κατόχου σε ψηφιακή μορφή, τα στοιχεία της Μηχανικώς Αναγνώσιμης Ζώνης του δελτίου (MRZ) και δύο δακτυλικά αποτυπώματα των δεικτών και των δύο χεριών του αιτούντος.

Σε περίπτωση μόνιμης ή προσωρινής αδυναμίας λήψης δακτυλικού αποτυπώματος δείκτη, λαμβάνεται κατά σειρά αποτύπωμα του αντίχειρα, μέσου ή παράμεσου του ιδίου χεριού, ενώ στην περίπτωση μονόχειρα λαμβάνεται αποτύπωμα και δεύτερου δακτύλου από το υπάρχον χέρι, με την ίδια ως άνω σειρά.

Η μόνιμη ή προσωρινή αδυναμία λήψης δακτυλικών αποτυπωμάτων, πέραν των περιπτώσεων εμφανούς ακρωτηριασμού, αποδεικνύεται με ιατρικό πιστοποιητικό, το οποίο φέρει την υπογραφή ιατρού αντίστοιχης ειδικότητας με την πάθηση που βεβαιώνεται.

Επιπλέον, στο ως άνω ηλεκτρονικό μέσο αποθηκεύονται το επώνυμο πατέρα, επώνυμο μητέρας, το ύψος του κατόχου (μετά τη συμπλήρωση του 24ου έτους της ηλικίας), ο Δήμος εγγραφής, ο αριθμός δημοτολογίου και ο τόπος έκδοσης του δελτίου, ενώ θα δύναται να αποθηκευτούν τα στοιχεία που απαιτούνται για τις Υπηρεσίες Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, εάν αποφασισθεί να συμπεριληφθούν στο εν λόγω μέσο».