Της Εσμεράλδας Αγαπητού

Η Στέλλα Κωστοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, αλλά έχει καταγωγή από το Καρπενήσι, την Καρδίτσα και ρίζες από τη Μικρά Ασία. Έχει αξιόλογες θεατρικές σπουδές στο πανεπιστήμιο και πολύ ενδιαφέρον βιογραφικό, έχει εργαστεί ως δασκάλα Θεατρικής Αγωγής, έχει συμμετάσχει σε επιτυχημένα σίριαλ στην Αθήνα και την Κύπρο, σε θεατρικά, και αυτή τη σεζόν πρωταγωνιστεί στην πολύ επιτυχημένη παράσταση, σκηνοθετημένη από τον Κώστα Σπυρόπουλο, «Toc Toc». Χαμηλών τόνων και πολύ ταλαντούχα, η Στέλλα είναι μια ευτυχισμένη σύζυγος και μια τρισευτυχισμένη, πρόσφατα, μαμά μιας χαριτωμένης κορούλας, που της άλλαξε όλη την κοσμοθεωρία της.

Κυρία Κωστοπούλου, σπουδάσατε στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του πανεπιστημίου, παρακολουθήσατε μαθήματα στη Σχολή της Έλντας Πανοπούλου, και από εκεί και έπειτα, αρχίσατε να… κυνηγάτε το όνειρό σας για ένα ρόλο. Θα μας εξιστορήσετε την τόσο, μα τόσο πολύ ενδιαφέρουσα πορεία σας; 

«Πέρασα στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, παράλληλα συμμετείχα σε παραστάσεις και στη συνέχεια φοίτησα στη Δραματική, παίρνοντας και το δίπλωμα Υποκριτικής από το υπουργείο Πολιτισμού. Κατόπιν, ήρθαν κάποιες δουλειές, αλλά δεν ανταποκρίνονταν στο είδος της πορείας που θα ήθελα να έχω. Δεν σας κρύβω ότι πέρασα τότε, μία φάση που σκέφτηκα να τα παρατήσω. Αντ’ αυτού, μετέβην στην Κέρκυρα, άνοιξα Θεατρικό Εργαστήρι και παράλληλα απασχολήθηκα στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση ως εκπαιδευτικός Θεατρικής Αγωγής. Μέχρι που προέκυψε στη ζωή μου το “Μπρούσκο” και βρέθηκα κυριολεκτικά εν μία νυκτί στην Κύπρο». 

Στην Κέρκυρα που διδάσκατε, ποια η σχέση σας με τα παιδιά και η ανταπόκρισή τους; 

«Εργάζομαι από νεαρή ηλικία με παιδιά, οπότε είχα μεγάλη εξοικείωση. Να εστιάσω, όμως, στην Κέρκυρα, όπου τα παιδιά μεγαλώνουν τόσο κοντά στη Φύση και, παράλληλα, στον Τουρισμό και στις Τέχνες, που από πολύ μικρά είναι κοινωνικά και δεκτικά στις αλλαγές. Έμαθα πολλά από αυτά τα παιδιά. Είχαμε εξαιρετική σχέση».

Έχετε διδάξει σε δήμους, θεατρικά εργαστήρια, σχολές, έχετε κάνει σεμινάρια, ακόμη και στην Κύπρο, από νήπια μέχρι ενήλικες. Σε τι βοηθούν την προσωπικότητα ενός ατόμου;

«Ανάλογα με την ηλικία και το είδος μαθήματος οι συμμετέχοντες αποκομίζουν διαφορετικά πράγματα, κοινή συνισταμένη, ωστόσο, είναι η ανάπτυξη της ομαδικότητας και της έκφρασης και η κατανόηση και αποδοχή του άλλου. Προς αυτήν την κατεύθυνση, τουλάχιστον, κινούμαι εγώ στη διδασκαλία μου». 

Τα πράγματα δεν ήταν και τόσο εύκολα για εσάς στο ξεκίνημά σας, ποιος σας βοήθησε τελικά;

«Δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω ότι η παρουσία μου στην τηλεόραση οφείλεται στον Αντρέα Γεωργίου με το “Μπρούσκο” του, που με βοήθησε να γίνω αναγνωρίσιμη, γιατί η δύναμη της τηλεόρασης για το επάγγελμά μας είναι μεγάλη, και στη θεατρική σκηνή στον Κώστα Σπυρόπουλο. Τους ευχαριστώ και τους δύο για τις ευκαιρίες που μου έδωσαν».

Υπάρχουν φιλίες στο χώρο σας, καλοπροαίρετοι συνάδελφοι; 

«Σαφώς και υπάρχουν. Είναι αστείο να κυριαρχεί η άποψη ότι ο χώρος μας είναι γεμάτος μαχαιρώματα. Απλά, όταν αλλάζεις τόσο συχνά εργασιακό περιβάλλον είναι λογικό να μην μπορείς να ταιριάξεις πάντα με όλους. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι δεν συνεργάζεσαι αρμονικά».

Φέτος, συμμετέχετε στο πολύ επιτυχημένο «Toc Toc», σε σκηνοθεσία του ταλαντούχου Κώστα Σπυρόπουλου. Μιλήστε μας για το έργο και το ρόλο σας.

«Έξι άνθρωποι με ιδεοψυχαναγκαστικά σύνδρομα συναντιούνται στο σαλονάκι του ψυχιάτρου, ο γιατρός, όμως, δεν έρχεται ποτέ, και έτσι αποφασίζουν να κάνουν ομαδική θεραπεία. Ο χαρακτήρας που υποδύομαι, η Νίτσα, πάσχει από αρρωστοφοβία και μικροβιοφοβία, δεν αγγίζει τίποτα με γυμνό χέρι και καθαρίζει τα πάντα συνεχώς. Είναι πολύ ενδιαφέρον το πώς καταλήγουν οι χαρακτήρες, σχεδόν να ξεπεράσουν το σύνδρομό τους μέσα από τις κωμικές καταστάσεις που προκύπτουν, αλλά αυτό θα το δείτε από κοντά»!

Και η Στέλλα ως άνθρωπος τι απεχθάνεται, τι φοβάται, τι «αγκαλιάζει»;

«Προσπαθώ να ζω με τη ρήση του σπουδαίου Καζαντζάκη “δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος”. Είναι δύσκολη στην εφαρμογή της, αλλά την υπενθυμίζω διαρκώς στον εαυτό μου. Προσπαθώ να μην έχω προσδοκίες απ’ τους ανθρώπους και τη ζωή, να πορεύομαι με τα όνειρα και τις δυνάμεις μου. Μπορεί σε κάποιον να ακούγεται ως ο ορισμός της ματαιότητας ή του κυνισμού, όμως εγώ βλέπω την ουσία της ζωής μέσα σε αυτή τη φράση. Αν και από τη μέρα που έγινα μητέρα η έννοια του φόβου απέκτησε άλλη διάσταση, υπάρχουν πράγματα που δεν μπορείς να ελέγξεις, ώστε να απαλλαγείς και από αυτόν».

Ένα «δυνατό» γεγονός που να συνέβη στην πορεία σας και να το θυμάστε; 

«Ένα από τα πιο δυνατά και συγκινητικά γεγονότα στη δουλειά μου ήταν ένα μήνυμα που έλαβα από ένα υιοθετημένο κορίτσι, όταν έπαιζα στο “Σαν οικογένεια”, που μου έλεγε πόσο την έκανε η ερμηνεία μου να αλλάξει γνώμη για τη βιολογική της μητέρα και να της επιτρέψει να της εξηγήσει τους λόγους που την έδωσε για υιοθεσία. Ήταν πραγματικά συγκλονιστικό, επιβεβαιώθηκε η πεποίθησή μου ότι η δουλειά του ηθοποιού είναι λειτούργημα και μπορεί να σε κάνει να σκεφτείς, να νιώσεις, ακόμα και να αλλάξεις τρόπο σκέψης».

Έχετε κάποια φιλοσοφία για να αντιμετωπίζετε τις δυσκολίες; 

«Πορεύομαι με το “όλα για καλό”. Ακόμα κι αν δεν μπορείς να δεις τώρα αυτό το καλό, σίγουρα θα το ανακαλύψεις κάποια στιγμή στο μέλλον».

Το ποτήρι μισογεμάτο ή μισοάδειο;

«Σαφέστατα μισογεμάτο! Από τη στιγμή που έχει έστω και μια σταγόνα, κάτι έχει μέσα, οπότε είναι γεμάτο με κάτι! (γέλια)».

Τα συναισθήματά σας όταν βρίσκεστε πάνω στο σανίδι;

«Χαρά, ικανοποίηση για όσα έχω καταφέρει μέχρι τώρα, και δέος όταν συνειδητοποιώ πόσοι και ποιοι πάτησαν στο σανίδι πριν από μένα». 

Από την Έντυπη Έκδοση