H Γκιουλμπαχάρ Χαϊτιβάτζι (Gulbahar Haitiwaji) έζησε στη Γαλλία για πολλά χρόνια. Τον Νοέμβριο του 2016 όμως, η ζωή της άλλαξε δραματικά όταν ταξίδεψε στη Σινγιάνγκ (Xinjiang), την κινεζική επαρχία όπου γεννήθηκε. 

Η Χαϊτιβάτζι έζησε τρία βασανιστικά χρόνια σε στρατόπεδο «επανεκπαίδευσης» γιατί απλά ήταν μια γυναίκα Ουιγούρα. Οι κινεζικές αρχές την συνέλαβαν, την ανέκριναν και την κακοποίησαν. Η Χαϊτιβάτζι πάλεψε, οι συγγενείς της προκάλεσαν διπλωματικό επεισόδιο και τέλος η άτυχη γυναίκα απελευθερώθηκε και κατέγραψε την σκληρή δοκιμασία της σε βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα στη Γαλλία.

«Στα στρατόπεδα αυτά, η ζωή και ο θάνατος δεν έχουν την ίδια σημασία όπως αλλού. Εκατό φορές και περισσότερες σκέφτηκα, ακούγοντας να μας ξυπνούν τα βαριά βήματα των φρουρών τα βράδια, ότι ήρθε η ώρα να με εκτελέσουν. Όταν ένα χέρι με έσπρωξε βάναυσα χτυπώντας το κεφάλι μου και άλλα χέρια με άρπαξαν από τα μαλλιά που έπεφταν στους ώμους μου, έκλεισα τα μάτια μου, τα γεμάτα δάκρυα, σκεπτόμενη ότι το τέλος μου ήταν κοντά», γράφει η Γκιουλμπαχάρ Χαϊτιβάτζι στο βιβλίο της «Rescapée du Goulag Chinois» (Επιζών στα κινεζικά Gulag ), συν-συγγραφέας με τον δημοσιογράφο της εφημερίδας «Le Figaro» Ροζέν Μοργκά (Rozenn Morgat) που εκδόθηκε στη Γαλλία στις 13 Ιανουαρίου από τον εκδοτικό οίκο «Éditions des Équateurs».

Επί τρία χρόνια, η Γκιουλμπαχάρ Χαϊτιβάτζι, μουσουλμάνα Ουιγούρα,  βίωνε καταστάσεις γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στα κινεζικά στρατόπεδα επανεκπαίδευσης. Στο βιβλίο της η Χαϊτιβάτζι, μητέρα δύο κοριτσιών, αφηγείται τις ανακριτικές μεθόδους, τα βασανιστήρια, την πείνα, την πλύση εγκεφάλου που βίωσε ή παρακολούθησε να βιώνουν άλλες συγκρατούμενές της.

Το Πεκίνο είχε επιβάλει δραστικά μέτρα επιτήρησης στον πληθυσμό των Ουιγούρων, στην επαρχία Σινγιάνγκ, με το πρόσχημα του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», μετά το 2014. Η Γκιουλμπαχάρ Χαϊτιβάτζι γεννήθηκε το 1966 στην απέραντη βορειοδυτική κινεζική επαρχία. Σπούδασε μηχανικός, όπως ο σύζυγός της, και άρχισε να εργάζεται τη δεκαετία του ‘80 σε μια εταιρεία εξόρυξης πετρελαίου στην πόλη Karamay. Οι φυλετικές διακρίσεις εναντίον των Ουιγούρων ήταν ήδη βαθιά ριζωμένες και, επαγγελματικά, οι προοπτικές του ζευγαριού ήταν περιορισμένες.

Το 2002 ο σύζυγος της Χαϊτιβάτζι, που δεν μπορούσε πλέον να αντέξει την κατάσταση, αποφάσισε να φύγει και να αναζητήσει εργασία στο εξωτερικό. Αρχικά, πήγε στο Καζακστάν και στη συνέχεια στη Νορβηγία, πριν εγκατασταθεί μόνιμα στη Γαλλία, κοντά στο Παρίσι, όπου υπέβαλε αίτηση για πολιτικό άσυλο και τέσσερα χρόνια αργότερα έφερε τη γυναίκα και τις κόρες του. Με τον καιρό η οικογένεια βρήκε σταδιακά τα βήματά της, αλλά τον Νοέμβριο του 2016, όλα άλλαξαν.

Η Χαϊτιβάτζι, τότε 50 ετών, έλαβε ένα τηλεφώνημα από την πρώην εταιρεία της στην Κίνα, η οποία την καλούσε να υπογράψει κάποια έγγραφα που απαιτούνταν για τη συνταξιοδότησή της. Είχε άσχημα συναισθήματα, γνωρίζοντας ότι οι εξόριστοι Ουιγούροι παρακολουθούνταν όπου κι αν βρίσκονταν και ότι στη Σινγιάνγκ, η κρατική τρομοκρατία ήταν σε πλήρη εξέλιξη. Αλλά η εταιρεία επέμεινε και παρά τα προαισθήματά της, αποφάσισε να πάει στην Κίνα, μόνο για δύο εβδομάδες.

Όπως αποδείχτηκε ήταν παγίδα. Λίγο μετά την άφιξή της, η Χαϊτιβάτζι συνελήφθη και οδηγήθηκε στο αστυνομικό τμήμα Karamay, όπου της δόθηκε μια φωτογραφία μιας νεαρής κοπέλας την οποία γνώριζε πάρα πολύ καλά, αφού ήταν μια από τις κόρες της, η Γκιουλχουμάρ.

«Εικονιζόταν μπροστά από το Place du Trocadéro στο Παρίσι, τυλιγμένη με το μαύρο παλτό της, αυτό που της είχα δώσει. Στη φωτογραφία χαμογελούσε ενώ στο χέρι της κρατούσε μια μικρή σημαία του Ανατολικού Τουρκεστάν (το όνομα που χρησιμοποιούν οι Ουιγούροι για να ορίσουν τη Σινγιάνγκ), μια σημαία που έχει απαγορεύσει η κινεζική κυβέρνηση. Για τους Ουιγούρους, αυτή η σημαία συμβολίζει το κίνημα ανεξαρτησίας της περιοχής. Η φωτογραφία είχε ληφθεί μετά το τέλος μιας από τις διαδηλώσεις που διοργάνωσε το γαλλικό παρακλάδι του World Uyghur Congress, το οποίο εκπροσωπεί τους Ουιγούρους που ζουν στην εξορία και αντιτίθεται στην κινεζική καταστολή στη Σινγιάνγκ», γράφει η Χαϊτιβάτζι στο βιβλίο της. Οι κινεζικές αρχές κατηγορούσαν την κόρη της για τρομοκρατία και η μητέρα της τώρα θα έπρεπε να πληρώσει. Η Χαϊτιβάτζι φυλακίστηκε άμεσα και αποκόπηκε από την οικογένειά της. 

Οι εξαφανίσεις είναι καθημερινό φαινόμενο

«Τίποτα στη Σινγιάνγκ δεν είναι όπως στην υπόλοιπη Κίνα, πιστεύω. Η εξαφάνιση ανθρώπων είναι καθημερινό φαινόμενο», λέει. Για αρκετές εβδομάδες, η Χαϊτιβάτζι ήταν κλειδωμένη σε ένα κελί όπου την κακοποιούσαν. Θεωρήθηκε εγκληματίας, χωρίς να γνωρίζει το γιατί. «Ο φύλακας ήρθε ένα πρωί και με αλυσόδεσε στο κρεβάτι, χωρίς να πει μια λέξη. Αυτό έγινε πριν από δύο εβδομάδες. Από τότε, μένω καθισμένη στο πλάι του μεταλλικού κρεβατιού, κάτω από τη σκόνη και μέσα στην υγρασία. Μπορώ να καθίσω μόνο πάνω στο στρώμα τη νύχτα»…

Τον Ιούνιο του 2017, οι αρχές μετέφεραν το Χαϊτιβάτζι σε «ειδικό σχολείο», ένα κέντρο επανεκπαίδευσης όπου οι… εκπαιδευτικοί προσπαθούν να «διαγράψουν την ισλαμική τρομοκρατία» από το μυαλό των Ουιγούρων. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία και το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, περισσότεροι από ένα εκατομμύριο Ουιγούροι έχουν βιώσει συνθήκες κόλασης σε αυτά τα στρατόπεδα. Οι κρατούμενοι υφίστανται εντατική πλύση εγκεφάλου. Απαγορεύεται να μιλούν τη μητρική τους γλώσσα και οι κάμερες τους παρακολουθούν συνεχώς στα κελιά τους, στους διαδρόμους, ακόμη και στις τουαλέτες. 

Muslim women reportedly 'sterilized' in Chinese 're-education' camps

Οι μέρες περνούν με μαθήματα της κινεζικής ιστορίας και με εκδηλώσεις που δοξάζουν τον Πρόεδρο Xi Jinping. Η προπαγάνδα είναι συνεχής και ανελέητη. Η Χαϊτιβάτζι αναγκάστηκε να συμμετάσχει και σε στρατιωτική εκπαίδευση: «Φυσικά φθάνεις γρήγορα στα όριά σου, δεν μιλάμε πια, μόνο κοιτάζουμε κι ακούμε. Οι μέρες μας έφευγαν χτυπημένες από τα σφυριά των φρουρών, στο ξύπνημα, στο γεύμα, και στον ύπνο».

Οι γυναίκες οδηγούνταν επίσης για εμβολιασμό, αλλά, σύμφωνα με την Χαϊτιβάτζι, στην πραγματικότητα στειρώθηκαν. Το συνειδητοποίησε αυτό όταν μίλησε με άλλες κρατούμενες: «Κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου, πολλές μου εμπιστεύτηκαν, ντροπιασμένες που δεν έβλεπαν πλέον τις περιόδους τους. Είπαν ότι η εμμηνόρροια τους σταμάτησε αμέσως μετά τον εμβολιασμό… Εγώ, που ήδη είχα σταματήσει να έχω περίοδο, προσπάθησα να τις καθησυχάσω. Αλλά βαθιά μέσα μου, μια τρομερή σκέψη άρχισε να διαμορφώνεται: Μας στειρώνουν!».

Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε τον περασμένο Ιούνιο, η κινεζική κυβέρνηση υπέβαλε γυναίκες Ουιγούρες στη Σινγιάνγκ σε τεστ εγκυμοσύνης και τους ανάγκασε να πάρουν IUD, να υποβληθούν σε στείρωση ή να αποβάλουν.

Τον Νοέμβριο του 2018, δύο χρόνια μετά τη σύλληψή της και στο τέλος μιας συνοπτικής δίκης διάρκειας εννέα λεπτών, η Χαϊτιβάτζι καταδικάστηκε σε επτά χρόνια φυλάκισης. Η απόφαση την βρήκε όχι μόνο σκιά του εαυτού της, αλλά ένα φάντασμα: «Στους διαδρόμους του στρατοπέδου, αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, η επιμονή μου καταρρέει. Η εξαντλητική ρουτίνα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, σχηματίζοντας μια επώδυνη εξαντλητική μέρα». Χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, η οικογένειά της αγωνίστηκε για να λάβει νέα της και, το πιο σημαντικό, για να την απελευθερώσει. Η κόρη της Γκιουλχουμάρ, αποφάσισε να μιλήσει δημόσια. Τον Φεβρουάριο του 2019, άρχισε μια καμπάνια ενημέρωσης στο κανάλι FRANCE 24.

Τεράστιοι οι κίνδυνοι

«Η κόρη μου δεν το ξέρει ακόμα, αλλά έχει προκαλέσει εχθροπραξίες. Μίλησε ανοιχτά και κατηγόρησε την Κίνα για απάνθρωπη μεταχείριση. Είναι το πρώτο παράπλευρο θύμα της καταστολής της Σινγιάνγκ. Οι συνέπειες είναι ίσες σε μέγεθος με τον κίνδυνο που ανέλαβε: γιγαντιαίες», λέει η μητέρα της στο βιβλίο

Το θέμα περνούσε τώρα στα χέρια του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών. Η διπλωματία δραστηριοποιήθηκε, καθώς ο σύζυγος και οι κόρες της Χαϊτιβάτζι ζούσαν υπό καθεστώς πολιτικών προσφύγων στη Γαλλία. Οι διαπραγματεύσεις ήταν μακρές, αλλά τελικά ο Χαϊτιβάτζι μεταφέρθηκε από το στρατόπεδο σε ένα διαμέρισμα και τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό.

Τον Αύγουστο του 2019, έπειτα από μια ακόμα σύντομη δίκη, μια δικαστής την κήρυξε αθώα (!) και της επετράπη να φύγει από τη Σινγιάνγκ και να ξαναβρεί στην οικογένειά της στη Γαλλία. Η ανακούφιση ήταν ένα βάλσαμο, αλλά οι πληγές θα παρέμεναν μόνιμες: «Έχασα το μυαλό μου στα στρατόπεδα, είναι αλήθεια. Αλλά όλα αυτά είναι αληθινά. Τίποτα από όσα έχω βιώσει δεν είναι η έκφραση μιας νοσηρής φαντασίας από έναν φυλακισμένο που υπερβάλλει την κατάστασή του. Με παρέσυραν, όπως χιλιάδες άλλους, στον τρελό ανεμοστρόβιλο της Κίνας. Της Κίνα που απελαύνει, της Κίνας που βασανίζει, της Κίνας που εξοντώνει τους Ουιγούρους».

Έπειτα από αυτά τα τρία χρόνια «κόλασης», η Χαϊτιβάτζι επέλεξε να μιλήσει ανοιχτά, παρά τον κίνδυνο για αυτήν και, ιδιαίτερα, για τους συγγενείς της που εξακολουθούν να ζουν στην Κίνα. Τώρα νοιώθε ότι αποστολή της είναι να εκφράσει τη φωνή «όλων αυτών των ανθρώπων που ζουν κάτω από το δυσβάσταχτο βάρος της καταπίεσης».