Όπως ανακοινώθηκε, η Αυστραλιανή κυβέρνηση θα υποχρεώνει πλέον τη Facebook και την Αlphabet, μητρική εταιρεία της Google, να πληρώνουν τα αυστραλιανά ΜΜΕ για το ειδησεογραφικό περιεχόμενο που χρησιμοποιούν. Σύμφωνα με κυβερνητικές πληροφορίες,  ο σχετικός νόμος θα θεσπιστεί εντός τους έτους.

«Πρόκειται για μια δίκαιη προσπάθεια για της αυστραλιανές επιχειρήσεις των ΜΜΕ. Γίνεται για τη διασφάλιση του αυξημένου ανταγωνισμού, της αυξημένης προστασίας του αναγνωστικού κοινού και ενός βιώσιμου περιβάλλοντος στα ΜΜΕ», δήλωσε ο υπουργός Οικονομικών της Αυστραλίας, Τζος Φράιντενμπεργκ, προσθέτοντας πως «Δεν διακυβεύεται τίποτα λιγότερο από το μέλλον της αυστραλιανής δημοσιογραφίας».

Η απόφαση της Αυστραλίας ανακοινώθηκε μία ημέρα μετά την ακρόαση των αφεντικών των Big Tech (Apple, Amazon, Facebook, Google) στην επιτροπή ανταγωνισμού του αμερικανικού Κογκρέσου, η οποία εξετάζει καταγγελίες ότι οι συγκεκριμένες εταιρείες καταχρώνται τη δεσπόζουσα θέση που κατέχουν στην αγορά.

Ήδη από το τέλος του 2019 η αυστραλιανή κυβέρνηση είχε ζητήσει από τη Facebook και την Google να προχωρήσουν σε μια οικειοθελή συμφωνία με τους δημοσιογραφικούς οργανισμούς για τη χρήση του περιεχομένου τους. Η κίνηση αυτή ήρθε ύστερα από έντονες πιέσεις του κλάδου των αυστραλιανών οργανισμών ΜΜΕ προς την κυβέρνηση ανάμεσα στους οποίους βρίσκεται και ο News Corp Australia του Ρούπερτ Μέρντμοχ.

Τα αντίπαλα μέρη

Οι συζητήσεις όμως δεν έχουν οδηγήσει πουθενά ως τώρα, με αποτέλεσμα η αυστραλιανή κυβέρνηση να θέσει προθεσμία 45 ακόμα ημερών ώστε να υπάρξει κάποια συμφωνία. Σε αντίθετη περίπτωση η Αυστραλιανή Αρχή Επικοινωνιών και ΜΜΕ, θα θέσει δεσμευτικούς όρους εκ μέρους της κυβέρνησης.

Μήλον της έριδος αποτελούν μικρά αποσπάσματα κειμένων – περιλήψεις που συνοδεύουν τους συνδέσμους που οδηγούν στα δημοσιογραφικά κείμενα. «Τρεις αράδες, μικρό το κακό…», θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος. Σε μια εποχή όμως που, δυστυχώς όλο και περισσότερο «μαθαίνουμε» να ενημερωνόμαστε απλώς διαβάζοντας τίτλους αναρτήσεων, δεν είναι λιγοι οι χρήστες που αρκούνται στην ανάγνωση απλώς των μικρών αποσπασμάτων, ιδιαίτερα όταν αυτά δεν είναι και τόσο μικρά,  χωρίς να «επισκέπτονται» ποτέ το ίδιο το άρθρο. 

«Στέλνεται ένα μήνυμα προς τους επιχειρηματίες και τους επενδυτές ότι η αυστραλιανή κυβέρνηση θα παρεμβαίνει αντί να αφήνει την αγορά να λειτουργήσει», ανέφερε σε ανακοίνωση η Μελ Σίλβα, Διευθύντρια της Google Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας, σημειώνοντας επίσης πως « [η απόφαση] δεν αντιμετωπίζει τις θεμελειώδεις προκλήσεις της δημιουργίας ενός επιχειρηματικού μοντέλου ταιριαστού με την ψηφιακή εποχή».

«Ενώ άλλες χώρες απλώς μιλούν για την καταστροφική και άδικη συμπεριφορά των τεχνολογικών κολοσσών, η αυστραλιανή κυβέρνηση παίρνει τα πρώτα μέτρα», δήλωσε με ανακοίνωσή του ο εκτελεστικός διευθυντής της News Corp Australia, Μάικλ Μίλερ.

Σύμφωνα με έρευνα του 2019, τα τελευταία 10 χρόνια, χάθηκαν 3.000 δημοσιογραφικές θέσεις εργασίας, καθώς οι παραδοσιακές εταιρείες ΜΜΕ είδαν τα διαφημιστικά τους έσοδα να ελαχιστοποιούνται και ταυτόχρονα να τα καρπώνονται η Google και η Facebook που την ίδια στιγμή χρησιμοποιούσαν το περιεχόμενό τους χωρίς να πληρώνουν τίποτα.

Όπως ανέφερε εξάλλου ο Φράιντενμπεργκ για κάθε 100 αυστραλιανά δολάρια που δαπανώνται στην Αυστραλία, εξαιρουμένων των αγγελιών, σχεδόν το 1/3 πάει στην Google και τη Facebook.

Η μάχη στην Ευρώπη

Αυτό πάντως που φαίνεται πως καταφέρνει να κάνει η Αυστραλία, δεν το κατάφεραν οι κυβερνήσεις των ισχυρών της Ευρώπης.

Εκδότες στην Γερμανία, τη Γαλλία και την Ισπανία άσκησαν έντονες πιέσεις στις κυβερνήσεις τους για να ψηφιστούν εθνικοί νόμοι πνευματικής ιδιοκτησίας που θα υποχρέωναν την Google, όταν δημοσιεύει αποσπάσματα των άρθρων τους, να καταβάλει αμοιβές για δικαιώματα.

Η Google όμως είχε τον τρόπο να τους κάνει να το ξανασκεφτούν. Το 2019 σταμάτησε να προβάλλει στα αποτελέσματα αναζήτησης της για γάλλους χρήστες,  άρθρα ευρωπαίων εκδοτών. Το μήνυμα ελήφθη: ο μεγαλύτερος ψηφιακός εκδοτικός οργανισμός στην Ευρώπη, η Axel Springer επέτρεψε στην Google να χρησιμοποιεί αποσπάσματα των άρθρων του όταν είδε την επισκεψιμότητα στις ιστοσελίδες του να μειώνεται δραματικά. 

Στη Γαλλία τα προεόρτια

Η Γαλλίας μάς δίνει τη δυνατότητα να δούμε την πιθανή εξέλιξη της υπόθεσης και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Τον περασμένο Οκτώβριο ο γάλλος Πρόεδρος, Εμανουέλ Μακρόν είχε εμφανιστεί αποφασισμένος: «Μια εταιρεία, ακόμα και μια πολύ μεγάλη εταιρεία, δεν μπορεί να ξεφύγει όταν αποφασίζει να δραστηριοποιηθεί στη Γαλλία. (…) Θα αρχίσουμε να εφαρμόζουμε τον νόμο» είχε δηλώσει, αναφερόμενος στην αμφιλεγόμενη Ευρωπαϊκή Οδηγίας για τα Πνευματικά Δικαιώματα, που υπερψηφίστηκε από το Ευρωκοινοβούλιο, το 2019.

Οι υπέρμαχοί της οδηγίας αυτής ( εκδοτικοί οίκοι, δημιουργοί) υποστηρίζουν ότι έτσι θα σταματήσει η εκτεταμένη παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων ενώ οι πολέμιοί της την χαρακτήρισαν ως πλήγμα για την ελεύθερη χρήση του ίντερνετ καθώς θα επηρεάσει και το τι θα μπορούν να αναρτούν οι απλοί χρήστες του διαδικτύου.

Tα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να ενσωματώσουν στην εθνική τους νομοθεσία τη συγκεκριμένη οδηγία ως τις 7 Ιουνίου 2021.

Σύμφωνα με την Australian Financial Review, μετά την εφαρμογή του νόμου από τη γαλλική κυβέρνηση, η Google άρχισε να αφαίρει τα αποσπάσματα των γαλλικών ειδήσεων από τα αποτελέσματα αναζήτησης αφήνοντας μόνο τους τίτλους και τα links του κάθε άρθρου, χωρίς έτσι να έχει την υποχρέωση να καταβάλει αμοιβές για δικαιώματα αλλά και θέτοντας σε κίνδυνο την επισκεψιμότητα των δημοσιογραφικών ιστοσελίδων.

Το επιχείρημα της Google για την άρνησή της να πληρώνει του εκδότες για την προβολή αποσπασμάτων των άρθρων τους είχε εκφραστεί από τον αντιπρόεδρο της Google, ύστερα από συνάντησή του με τον γάλλο υπουργό πολιτισμού Φρανκ Ριστερ: «Ας αποφασίσουν οι εκδότες πώς θα προβάλλουν το περιεχόμενό τους. Δεν πληρώνουμε για συνδέσμους που περιλαμβάνονται στα αποτελέσματα αναζήτησης. Θα υπονόμευε την εμπιστοσύνη των χρηστών»

Τον περασμένο Απρίλιο οι γαλλικές αρχές κάλεσαν τα δύο μέρη σε διαπραγματεύσεις δίνοντας τους προθεσμία τριών μηνών και ζητώντας από την Google να αρχίσει και πάλι να προβάλλει τα αποσπάσματα.

Η Google από την πλευρά της συνεχίζει να τονίζει πως μέσω εκπαίδευσης στελεχών και τεχνολογική υποστήριξη συνεχίζει να βρίσκεται στο πλευρό των γάλλων εκδοτών.

Όπως όμως τονίζει ο καθηγητής Κλάις Νίλσεν, Διευθυντής του Ινστιτούτου Ρόιτερς για τη Μελέτη της Δημοσιογραφίας, του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης: «Μια πολύ μεγάλη πιθανότητα είναι ότι θα υπάρξει μια περίοδος ‘διαίρει και βασίλευε’, όπου μερικές από τις μεγαλύτερες πλατφόρμες θα έρθουν σε συμφωνία με έναν περιορισμένο αριθμό πολύ μεγάλων ή πολιτικά ισχυρών εκδοτών, που θα επωφεληθούν, και όλοι οι υπόλοιποι κινδυνεύουν να μην λάβουν καμία σημαντική ενίσχυση».