Σε διπλή παρέμβαση προχωρά το επόμενο διάστημα το υπουργείο Εργασίας, καθώς θα δώσει στη δημοσιότητα το εργασιακό αλλά και το ασφαλιστικό νομοσχέδιο. Η αρχή θα γίνει με το εργασιακό νομοσχέδιο, που μεταξύ άλλων θα περιλαμβάνει ρυθμίσεις για το ψηφιακό ωράριο και την κάρτα εργασίας, ενώ θα αλλάζει μετά από σχεδόν 40 χρόνια το συνδικαλιστικό νόμο. Παράλληλα έρχεται και νέο ασφαλιστικό νομοσχέδιο, που θα ανοίξει το δρόμο για την εισαγωγή του κεφαλαιοποιητικού συστήματος στην επικουρική ασφάλιση.

Αναλυτικά τα δύο νομοσχέδια που έρχονται είναι τα ακόλουθα :

  • Εργασιακό νομοσχέδιο. Ρυθμίσεις για την αγορά εργασίας, με στόχο την καταπολέμηση της «μαύρης εργασίας» φέρνει ένα νέο νομοσχέδιο. Στο πλαίσιο αυτό θα καθιερωθεί  «κάρτα εργασίας» και «ψηφιακό ωράριο»  σταδιακά στις επιχειρήσεις. Επίσης θα αλλάξει ο συνδικαλιστικός νόμος, ενώ παρεμβάσεις αναμένονται και σε θέματα που σχετίζονται με τις υπερωρίες.
  • Ασφαλιστικό νομοσχέδιο. «Ατομικός κουμπαράς» έρχεται  στις επικουρικές συντάξεις από την 1η Ιανουαρίου 2022, με το σχετικό νομοσχέδιο να δίνεται το επόμενο διάστημα σε δημόσια διαβούλευση. 

Πρακτικά η δημόσια επικουρική ασφάλιση σταδιακά μετατρέπεται  από διανεμητική σε κεφαλαιοποιητική. Ουσιαστικά οι εισφορές των νέων θα αποταμιεύονται και θα επενδύονται. Όπως υπογράμμισε ο υφυπουργός Εργασίας Πάνος Τσακλόγλου  στη Βουλή η επιλογή θα γίνεται από μικρό αριθμό επενδυτικών προφίλ, θα υπάρχει επαγγελματική διαχείριση – ισχυρή εποπτεία και διαφάνεια. 

Στόχος είναι κάθε ασφαλισμένος να έχει τον «ατομικό του κουμπαρά» και από αυτόν να λαμβάνει την αναλογιστικά ουδέτερη σύνταξη  του. Στο νέο σύστημα – που θα μπει σε εφαρμογή το 2022 – θα συμμετέχουν νεοεισερχόμενοι  στην αγορά εργασίας, ενώ  προαιρετικά θα μπορούν να καλυφθούν νυν εργαζόμενοι εφόσον είναι κάτω των 35 ετών. 

Στόχος της κίνησης αυτής είναι να αντιμετωπιστούν οι επιπτώσεις του δημογραφικού προβλήματος στο ασφαλιστικό σύστημα. Σύμφωνα με τα στοιχεία τα τελευταία 40 έτη : O αριθμός των νέων κάτω των 25 ετών μειώθηκε κατά 35%. Οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 44%. Οι ηλικιωμένοι (άνω των 65) σχεδόν διπλασιάστηκαν (+93%).