Συνεπιμέλεια: Σήμερα η ψηφοφορία στη Βουλή για το νομοσχέδιο

Οι σύζυγοι μπορεί να χωρίζουν ως ζευγάρι, δεν χωρίζουν, όμως, ως γονείς.

Και το παιδί ή τα παιδιά, πολλώ δε μάλλον όταν είναι ανήλικα, έχουν ανάγκη και τους δύο, και όχι μόνο τη μητέρα όπως κρίνουν έως τώρα τα δικαστήρια στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων με βάση την ισχύουσα νομοθεσία.

Το νομοσχέδιο για την κοινή γονική μέριμνα που έχει εισαχθεί για ψήφιση στη Βουλή, επιχειρεί να αλλάξει αυτά τα δεδομένα ακολουθώντας παραδείγματα πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Εδώ και δεκαετίες έχει κριθεί εκεί, ότι η συνεπιμέλεια είναι αναφαίρετο δικαίωμα όχι μόνο των γονέων, αλλά πρωτίστως των ίδιων των παιδιών προκειμένου να μην στερούνται κανέναν από τους δύο γονείς – απαραίτητη προϋπόθεση και για την ψυχική τους υγεία. Ακόμη και όσα παιδιά έχουν γεννηθεί εκτός γάμου, εφόσον έχουν αναγνωριστεί.

Η βασική καινοτομία του προωθούμενου νόμου είναι ότι μετά το διαζύγιο η γονική μέριμνα θα είναι εξ ορισμού κοινή, χωρίς ο πατέρας να πρέπει να κινηθεί αναγκαστικά διά της δικαστικής οδού. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, η μέριμνα των παιδιών θα ασκείται «από κοινού και εξίσου» μετά το χωρισμό. Έτσι, καθιερώνεται η αρχή της μη διάκρισης για οποιοδήποτε λόγο μεταξύ των γονέων, καθώς επίσης και η έννοια της διάρρηξης των σχέσεων του παιδιού με τον έναν γονέα. Επίσης, επιχειρείται μία ισχυρή προσπάθεια εναλλακτικής επίλυσης των διαφορών, χωρίς να χρειάζεται κάθε φορά να φτάνουν οι γονείς στα δικαστήρια, με διαδικασίες επίπονες, χρονοβόρες και κοστοβόρες.

Ο υπουργός

Ο αρμόδιος υπουργός Δικαιοσύνης, ο οποίος μιλάει σήμερα στη «Βραδυνή της Κυριακής», εμφανίζεται ανοιχτός σε νομοτεχνικές βελτιώσεις, εφόσον τεκμηριωθούν ολοκληρωμένες προτάσεις.

Και αυτό, γιατί κάποιοι κάνουν λόγο για αοριστία που μπορεί να παρερμηνευτεί ως προς τις έννοιες «από κοινού» και «εξίσου», για την άσκηση της γονικής μέριμνας.

«Σε κάθε περίπτωση», τονίζει ο κ. Τσιάρας, «το νομοσχέδιο για την από κοινού άσκησή της συνιστά μία προοδευτική μεταρρύθμιση, που έρχεται μετά από σαράντα χρόνια να δώσει πνοή ανανέωσης και εκσυγχρονισμού του Οικογενειακού Δικαίου. Σκοπός των νέων ρυθμίσεων είναι να θεσπιστεί ένα πλαίσιο συνεννόησης μεταξύ των γονέων που χωρίζουν.

Ένα πλαίσιο, που θα αποτρέψει τις ατέρμονες δικαστικές διενέξεις μεταξύ γονέων που τραυματίζουν τον ψυχισμό των παιδιών και θα εξασφαλίσει επαρκή χρόνο του παιδιού και με τους δύο γονείς του.

Προτεραιότητά μας, μέσα από αυτό το νομοσχέδιο, είναι να ωθήσουμε τους γονείς να συνεργαστούν αρμονικά για την ορθή και ισορροπημένη ανατροφή των τέκνων τους και να καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για την εξεύρεση κοινά αποδεκτών λύσεων. Δεν υπάρχει η έννοια της τιμωρίας ανάμεσα σε δύο εν διαστάσει γονείς. Για τα παιδιά δεν νοείται κακή ή λάθος σύζυγος, αλλά η μητέρα τους. Για τα παιδιά, δεν υφίσταται κακός και αδιάφορος σύζυγος, αλλά ο πατέρας τους».

Σύμφωνα με τον υπουργό, εκτός από τη μη διάκριση των διαζευγμένων γονέων ως προς τη μέριμνα του παιδιού, αλλά και την προαγωγή εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης των διαφορών, το νομοσχέδιο θεσπίζει μέτρα για καλύτερη επικοινωνία του παιδιού με τους γονείς. Μέχρι σήμερα, ο νόμος προβλέπει ότι «ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί το δικαίωμα της ευρύτερης προσωπικής επικοινωνίας με αυτό». Στο νομοσχέδιο προστίθεται η διευκρίνιση ότι ο συνολικός χρόνος επικοινωνίας υπολογίζεται στο 1/3, εκτός αν ο γονέας που δεν διαμένει με το τέκνο επιθυμεί μικρότερο χρόνο επικοινωνίας.

Μεταξύ άλλων, οι νέες διατάξεις καθιερώνουν αντικειμενικά κριτήρια για να διαπιστωθεί αργότερα από το δικαστήριο η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας, ενώ θεσπίζονται και ειδικά προγράμματα για την επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών.

Δύο όψεις

Η «ΒτΚ» ζήτησε και την άποψη δύο δικηγόρων επί του νομοσχεδίου, του κ. Φοίβου Στρουγγάρη, που έχει ασχοληθεί με υποθέσεις διαζευγμένων ανδρών, και του κ. Δημήτρη Παπαθανασίου, που έχει γίνει αποδέκτης υποθέσεων γυναικών.

«Ο πατέρας θα παύσει να νιώθει αδικημένος και θα αποκτήσει ενεργό, πραγματικό ρόλο στη ζωή του παιδιού του», δηλώνει ο κ. Στρουγγάρης.

«Η σχέση των γονέων δε θα βασίζεται στη σκέψη “πληρώνεις, άρα βλέπεις το παιδί”, ως και το παιδί να αποτελεί το μοχλό πίεσης για μεγαλύτερο ποσό διατροφής, αλλά η επιμέλειά του θα κρίνεται με ίσους όρους.

Για όποιον πατέρα, λοιπόν, επιθυμεί να βρίσκεται δίπλα στο ανήλικο παιδί του, μετά από επερχόμενο διαζύγιο, η συνεπιμέλεια αποτελεί το πιο ώριμο, πλέον, μέσο να πετύχει ίσο (περίπου) χρόνο και ίσα δικαιώματα.

Μελέτες σε χώρες που εφαρμόστηκε αυτή η τακτική, απέδειξαν ότι το παιδί “εισπράττει”’ τον καλύτερο εαυτό των γονέων του και απολαμβάνει πιο ευτυχισμένες στιγμές και πραγματική προσοχή, δημιουργώντας δύο δυναμικά πρότυπα.

Αντιθέτως, ανήλικα που έχουν μεγαλώσει με αποκλειστική επιμέλεια της μητέρας και έναν πατέρα επισκέπτη δύο φορές την εβδομάδα και παραμονή στο σπίτι του δύο φορές το μήνα, κατά το Σαββατοκύριακο, συνήθως μεγαλώνουν με τεράστια οργή έναντι και των δύο γονέων.

Εναντίον της μαμάς διότι η επιβολή και η αυστηρότητά της τα έμαθε να σκέπτονται μονόπλευρα και συνήθως άνευ θετικού συναισθήματος για τον πατέρα, και εναντίον του πατέρα διότι νιώθουν εγκαταλελειμμένα (αν και τις περισσότερες φορές ο πατέρας προσπαθεί, αλλά η μητέρα, το νομικό πλαίσιο και οι εν γένει συνθήκες δεν το επιτρέπουν).

Η σκέψη, πλέον, ότι μετά το χωρισμό η επιμέλεια του παιδιού θα ανατεθεί αποκλειστικά στη μητέρα, θα έχει θέση και συμμάχους, αν και δε θα έπρεπε, μόνο μέχρι εξαιρετικά μικρές ηλικίες (2-3 ετών).

Ως εκ τούτου, άποψή μου είναι ότι μετά από ένα ή δύο χρόνια εκ των πρώτων αποφάσεων περί πραγματικής συνεπιμέλειας, θα διαπιστώσουμε ότι η παραμονή του παιδιού κατά ίσο χρόνο και η διαμόρφωση του χαρακτήρα του και από τους δύο γονείς θα είναι ευεργετική, δε θα επηρεάζεται μονόπλευρα και αρνητικά από τον έτερο γονέα, θα ελαχιστοποιηθεί η εσωτερική οργή του και οι δύο συνεργάτες-γονείς θα μάθουν να είναι καλοί συνεπιβάτες στο ταξίδι της ανατροφής του ανηλίκου τους, πνευματικά και σωματικά».

Από την άλλη, ο κ. Παπαθανασίου ασκεί έντονη κριτική: «Η προώθηση νομικής λύσης βασισμένης σε ασαφείς έννοιες ενέχει κινδύνους. Με το νέο νόμο η επιβολή της συνεπιμέλειας ως υποχρέωση και όχι ως επιλογή υποχρεώνει ανθρώπους που βιώνουν μία τραυματική εμπειρία, όπως είναι το διαζύγιο και ως επί των πλείστον θέλει ο καθένας να επουλώσει της πληγές του και να τραβήξει τον δρόμο του, σε καθημερινή αχρείαστη τριβή.

Δεν είναι λίγοι οι καχύποπτοι που βλέπουν μία δόση ρεβανσισμού υπέρ του πατέρα πίσω από τις διατάξεις και αναρωτιούνται αν κρύβεται πίσω από τον όρο συνεπιμέλεια η πρακτική μεταβολή του τρόπου υπολογισμού του ύψους της διατροφής που συνήθως τώρα αναγκάζεται ο πατέρας να καταβάλλει μηνιαίως.

Το γραφείο μου έχει γίνει αποδέκτης της αγωνίας διαζευγμένων γυναικών με ανήλικα τέκνα, οι οποίες βλέπουν ότι με το νέο νομοσχέδιο η ήδη δύσκολη καθημερινότητά τους περιπλέκεται ακόμη περισσότερο.

Ορίζει ότι το παιδί θα μένει στο σπίτι του ενός γονέα το 1/3 ή το 1/2 της ανήλικης ζωής του, εκτός και αν ο γονέας δεν το επιθυμεί, ή επιθυμεί μικρότερη παραμονή.

Το παιδί ερωτάται μόνο με ποιον επιθυμεί να ζήσει τα 2/3 και με ποιον το 1/3 του χρόνου του, όταν έχει ώριμη και μη υποβαλλόμενη κρίση, το οποίο θα κρίνεται κατά περίπτωση, φαντάζομαι.

Βλέπετε, πέρασε η έννοια της εναλλασσόμενης κατοικίας, και μάλιστα χωρίς τη γνώμη του παιδιού, που δεν θα έχει το δικαίωμα να μένει όπου θέλει αποτελώντας ιδιοκτησία κυρίως του πατέρα.

Λογικό επόμενο να έχουμε “αποδράσεις” εφήβων από τα σπίτια που δεν επιθυμούν να ζουν, και αυτόματα ενοχοποίηση του άλλου γονέα. Αυτό σταδιακά θα κάνει τους εφήβους να υπομένουν την παρατεταμένη παραμονή σε σπίτια που δεν επιθυμούν, για να προστατεύσουν κυρίως τη μητέρα.

Ένα αχρείαστο ψυχικό βάρος για τους ίδιους. Οικία του τέκνου, πλέον, θα θεωρείται η οικία και των δύο γονέων, με ιδανικό, σύμφωνα με το νόμο, το να μένει εξίσου και στα δύο σπίτια. Πόσο πρακτικό θα είναι αυτό αν πατέρας και μητέρα δεν μένουν κοντά;

Εισάγεται δια νόμου πλέον και σαν δεδομένη η αντιπαράθεση των γονέων και η προσπάθεια αποξένωσης των τέκνων. Μία έννοια που μπορεί μόνο να αναθερμάνει τις εντάσεις που ο χρόνος έκανε να μειωθούν.

Πλέον, δεν κρίνουμε την ωριμότητα του παιδιού, αλλά σκεπτόμενοι καχύποπτα ψάχνουμε να βρούμε η άποψη που εκφέρει αν είναι δική του ή της μητέρας του».

Από την έντυπη έκδοση της «Βραδυνής της Κυριακής»