Τα εμβόλια και το πολιτικό κόστος

Σε κάθε πόλη υπάρχει και από μία διαφορετική περίπτωση.

Από τον Παλαμά Καρδίτσας άρχισε να ξετυλίγεται το κουβάρι των ψεύτικων πιστοποιητικών, και μέρα με την ημέρα αποκαλύπτεται και σε διαφορετική περιοχή.

Μέχρι τώρα, μετρήστε: Πάτρα, Μεσολόγγι, Ικαρία, Δράμα, Καβάλα, Σέρρες, Θεσσαλονίκη, Κρήτη, είναι μερικές από τις περιοχές όπου κάποιοι υγειονομικοί του Δημοσίου αλλά και του ιδιωτικού τομέα μοίραζαν ψεύτικα πιστοποιητικά εμβολιασμού. Και κάποιοι άλλοι τα χρησιμοποιούσαν για να μην βγουν σε αναστολή ή για να γλιτώσουν το εμβόλιο.

Την ώρα που η πλειοψηφία των συναδέλφων τους στα νοσοκομεία και τα Κέντρα Υγείας παραμέρισαν τους φόβους και τις αναστολές τους και εμβολιάστηκαν, ορισμένοι επέλεξαν το δρόμο της «λαμογιάς», για να το πούμε λαϊκά.

Πώς, δηλαδή, θα ξεγελάσουν την Υπηρεσία και πώς θα εκμεταλλευτούν τη θέση στην οποία τοποθετήθηκαν, για να «πουλήσουν» παράνομα πιστοποιητικά.

Και μην πει κανείς ότι τα δίνουν σε φίλους και συγγενείς, έτσι χωρίς αντάλλαγμα. Απλά, η δικαστική έρευνα δεν μπορεί ακόμη να αποδείξει το χρηματισμό.

Στον Παλαμά Καρδίτσας η συγκεκριμένη υπάλληλος δηλώνει μετανιωμένη από την πράξη της και ζητά να της δοθεί δεύτερη ευκαιρία.

Το ίδιο και στο νοσοκομείο «Γ. Γεννηματάς» στη Θεσσαλονίκη, όπου υπηρετεί η αδελφή της και έδωσαν μαζί σε άλλες 4 νοσηλεύτριες ψεύτικα πιστοποιητικά.

Και αυτές οι νοσηλεύτριες ζητούν δεύτερη ευκαιρία για να επανορθώσουν.

Η Ελλάδα, όπως όλοι γνωρίζουμε, είναι η χώρα της ατιμωρησίας.

Οι υποθέσεις αυτές θα τραβήξουν σε βάθος χρόνου και, τελικά, ίσως, στο τέλος, κανείς να μην τιμωρηθεί.

Αυτό είναι και το λάθος μήνυμα που εισπράττει η κοινωνία και οι συνεπείς πολίτες, από το κράτος και την Πολιτεία.

Ό,τι και να κάνει κάποιος δημόσιος λειτουργός θα βρεθεί ένα «παραθυράκι» για να μην υπάρξει τιμωρία. Και όσοι παρανομούν, πέφτουν στα «μαλακά».

Σε αντίθεση, βέβαια, με τα όσα συμβαίνουν στον ιδιωτικό τομέα, όπου εκεί το παραμικρό παράπτωμα πληρώνεται με άμεση απόλυση. Το ίδιο συνέβη και με όλους εκείνους που αρνήθηκαν να εμβολιαστούν όταν η επιχείρησή τους αποφάσισε να κάνει υποχρεωτικό τον εμβολιασμό στους χώρους εργασίας.

Αυτές είναι οι δύο διαφορετικές πλευρές της ελληνικής πραγματικότητας εδώ και πολλά – πολλά χρόνια τώρα.

Η Ελλάδα της δημιουργίας και η Ελλάδα της παρακμής.

Και αυτή η εικόνα δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική ούτε τώρα στην περίοδο του κορωνοϊού.

Το ίδιο συμβαίνει και με το νέο μεγάλο εθνικό διχασμό, που είναι η διαμάχη μεταξύ εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων.

Σε μία χώρα όπου το κάθε τι μπαίνει στο μύλο της πολιτικής αντιπαράθεσης, μόνο και μόνο για να πληγεί η εικόνα του αντίπαλου, δεν θα μπορούσε να μην πολιτικοποιηθεί και το εμβόλιο.

Η αντιπολίτευση έψαχνε εδώ και καιρό κάτι για να πλήξει την εικόνα του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης, σε μία προσπάθεια να μικρύνει τη μεγάλη διαφορά στις δημοσκοπήσεις.

Έτσι έκανε ό,τι μπορούσε παρασκηνιακά, για να φουντώσει το αντιεμβολιαστικό ρεύμα, το οποίο, έτσι και αλλιώς, υπήρχε σε μία κατηγορία πολιτών.

Φτάσαμε, λοιπό,ν στο σημείο άνθρωποι να αρνούνται όχι μόνο το εμβόλιο, αλλά και τη διασωλήνωση. Να αρνούνται τη νοσηλεία και τη φροντίδα των γιατρών, μόνο και μόνο γιατί πείθονται από κάποιους επιτήδειους που βγάζουν χρήματα και προσπαθούν να αποκτήσουν φήμη και δόξα.

Και τώρα που φτάσαμε στο φθινόπωρο και ετοιμάζονται να ανοίξουν τα σχολεία, ο κίνδυνος ενός νέου lockdown είναι ορατός αν τα κρούσματα εκτοξευτούν.

Η αντιπολίτευση, μην μπορώντας να κερδίσει οφέλη από πουθενά αλλού, έχει επενδύσει στην αποτυχία της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει τον κορωνοϊό.

Έτσι, συστηματικά προσπαθεί να ακυρώσει οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνεται από τα υπουργεία και την Ειδική Επιτροπή των επιστημόνων.

Η κυβέρνηση, μετά τις μεγάλες πυρκαγιές του καλοκαιριού, που τραυμάτισαν το προφίλ της, έχει αρχίσει να υπολογίζει, πλέον, το πολιτικό κόστος σε κάθε απόφασή της που αφορά τον κορωνοϊό.

Ενώ πολύ σωστά αποφάσισε την υποχρεωτικότητα του εμβολίου για τους υγειονομικούς, τώρα φαίνεται να διστάζει και ξανασκέφτεται την επέκταση της υποχρεωτικότητας και σε άλλες κατηγορίες δημόσιων υπαλλήλων, όπως των εκπαιδευτικών, αλλά και σε τομείς της καθημερινότητας, όπως είναι τα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Σε ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Ιταλία, εδώ και αρκετό καιρό, μόνο οι εμβολιασμένοι μπαίνουν στις δημόσιες συγκοινωνίες.

Στην Ελλάδα, όπου έχουμε από τα χαμηλότερα ποσοστά εμβολιασμένων, ακόμη το σκεφτόμαστε να πάρουμε μία τέτοια απόφαση, γιατί υπάρχει η «αστεία δικαιολογία» ότι υπάρχει κίνδυνος να φουντώσει το αντιεμβολιαστικό κίνημα.

Αυτή η χώρα, που πλήρωσε τόσο ακριβά τις πλατείες και τα δήθεν αντισυστημικά κινήματα, φοβάται να μην φουντώσει άλλο ένα, αυτό των αντιεμβολιαστών.

Η παράνοια σε όλο της το μεγαλείο. Αυτή τη φορά, κάποιοι προσπαθούν να ηγηθούν του αντιεμβολιαστικού κινήματος για να μπουν στη Βουλή. 

Και από την άλλη, η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων, που παίρνει προφυλάξεις και εμβολιάζεται για τον κορωνοϊό, ταλαιπωρείται γιατί κάποιες μειοψηφίες κυριαρχούν και απειλούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει χωρίς να υπολογίσει το πολιτικό κόστος στις κινήσεις εκείνες που θα αυξήσουν τα ποσοστά εμβολιασμού στον πληθυσμό.

Όσο καθυστερεί, αυτό εκλαμβάνεται ως αδυναμία της να επιβάλει ένα σημαντικό μέτρο. 

Και για να το πούμε απλά, όσο δεν λαμβάνονται δραστικά μέτρα χαίρονται οι οπαδοί του ωχαδελφισμού, των «μπαχαλάκηδων» και των ακραίων.