Έρευνα: Η έλλειψη σωματικής άσκησης συνδέεται με βαριά COVID-19

Είναι γνωστό πως τα οφέλη που προσφέρει η γυμναστική στο σώμα μας είναι αρκετά.

Ωστόσο, αρκετά συχνά παραβλέπονται.

Ας δούμε, λοιπόν, όλα όσα μπορεί να προσφέρει η γυμναστική στο μυαλό μας.

Μειώνει το στρες

Σχετική έρευνα που δημοσιεύθηκε στο American Journal of Preventive Medicine διαπίστωσε ότι, σε σύγκριση με παρατεταμένες περιόδους σε καθιστή θέση, η γυμναστική ήπιας έντασης συνδέθηκε με χαμηλότερο στρες, βελτιωμένη διάθεση και μειωμένο Δείκτη Μάζας Σώματος.

Τα ψυχικά οφέλη της άσκησης σχετίζονται με την νευροχημεία.

Η γυμναστική μειώνει τα επίπεδα των ορμονών του στρες, όπως η αδρεναλίνη και η κορτιζόλη.

Διεγείρει επίσης την παραγωγή ενδορφινών, χημικών στον εγκέφαλο που λειτουργούν ως φυσικά παυσίπονα και ενισχυτικά της διάθεσης. Οι ενδορφίνες είναι υπεύθυνες για τα αισθήματα χαλάρωσης και αισιοδοξίας που συνοδεύουν πολλές έντονες προπονήσεις – ή, τουλάχιστον, το ζεστό ντους μετά την προπόνησή μας.

Παράλληλα, η γυμναστική μάς δίνει επίσης την ευκαιρία να ξεφύγουμε από τα προβλήματα και τις ανησυχίες μας και εστιάσουμε στη στιγμή.

Άλλωστε, όταν το σώμα μας είναι απασχολημένο, το μυαλό μας θα αποσπάται από τις ανησυχίες της καθημερινής ζωής και θα είναι ελεύθερο να σκέφτεται δημιουργικά.

Βελτιώνει τη συγκέντρωση

Σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Translational Sports Medicine, μόλις τρία λεπτά γυμναστικής είναι αρκετά για να αυξήσουν προσωρινά τα επίπεδα συγκέντρωσης.

Μεγαλύτερες περίοδοι άσκησης (περίπου 60 λεπτών) μπορούν να βελτιώσουν τη γνωστική λειτουργία για τις επόμενες δύο ώρες μετά την προπόνηση.

Η ανασκόπηση εξέτασε 13 μελέτες και δεδομένα 10 ετών που έδειξαν την επιρροή της γυμναστικής σε νεαρούς ενήλικες ηλικίας 18-35 ετών.

Οι μορφές άσκησης που εξετάστηκαν ήταν το τρέξιμο, η ποδηλασία και το περπάτημα και πραγματοποιήθηκαν για έως και μία ώρα.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η άσκηση μέτριας και υψηλής έντασης βελτίωσε τη μνήμη, την ικανότητα επίλυσης προβλημάτων και τη συγκέντρωση.

Αυτά τα θετικά αποτελέσματα φάνηκαν να διαρκούν έως και δύο ώρες, με τους ερευνητές να σημειώνουν ότι ένα σύντομο διάλειμμα – μόλις πέντε λεπτά – είναι μια σημαντική αλλαγή που θα μπορούσε να ενισχύσει τις πνευματικές αποδόσεις.

Αναβαθμίζει την ποιότητα του ύπνου

Σχετική έρευνα από το Πανεπιστήμιο Brandeis δείχνει ότι η ποιότητα του ύπνου μας θα μπορούσε να βελτιωθεί με το περπάτημα.

Ως μέρος της μελέτης που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Sleep Health, δόθηκαν στους συμμετέχοντες ιχνηλάτες γυμναστικής για να παρακολουθούν τον αριθμό των βημάτων που έκαναν κάθε μέρα.

Οι συμμετέχοντες συμπλήρωσαν επίσης ερωτηματολόγια σχετικά με τις συνήθειες ύπνου τους (πόση ώρα χρειάστηκαν να κοιμηθούν, πόσες φορές σηκώθηκαν κατά τη διάρκεια του ύπνου τους και αν κοιμήθηκαν ποιοτικά).

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσο περισσότερα βήματα έκαναν οι συμμετέχοντες, τόσο υψηλότερη ήταν η ποιότητα ύπνου που ανέφεραν οι ίδιοι.

Άλλωστε, είναι γνωστό ότι η τακτική άσκηση μπορεί να μας βοηθήσει να ρυθμίσουμε το «εσωτερικό μας ρολόι», οδηγώντας μας σε ένα σταθερό πρόγραμμα ύπνου.

Αυξάνει επίσης τη ροή του αίματος στον εγκέφαλο και βελτιώνει τη συνολική υγεία του εγκεφάλου, οπότε η συχνή άσκηση θα μπορούσε να βοηθήσει τον εγκέφαλο να κοιμάται βαθύτερα, σύμφωνα με τους ερευνητές.

Ωστόσο, ο μηχανισμός θα μπορούσε επίσης να είναι πιο απλός: οι άνθρωποι που είναι σωματικά δραστήριοι κατά τη διάρκεια της ημέρας είναι πιο πιθανό να αισθάνονται κουρασμένοι στο τέλος της ημέρας».