Ονειρευόταν ένα ευτυχισμένο μέλλον στο πλευρό του. Όμως όταν χώρισαν, της στοίχισε πολύ. Και ενώ ο πρώην της είχε ήδη βρει άλλη, εκείνη κατάστρωνε ένα σχέδιο να τον κερδίσει ξανά και να ξεφορτωθεί την αντίζηλό της.

Η Μπρέντα Ντελγκάντο και ο Ρικάρντο Πανιάγκουα γνωρίστηκαν τον Αύγουστο του 2012 σε μια ιστοσελίδα γνωριμιών. Εκείνη την εποχή, η Μπρέντα εργαζόταν ως βοηθός οδοντιάτρου στο Ντάλας του Τέξας και ο Ρικάρντο από την Καλιφόρνια τελείωνε την ειδικότητά του στη Δερματολογία στην Ιατρική Σχολή της ίδιας πόλης.

Ο Ρικάρντο μετακόμισε στο Τέξας το 2011 και, έχοντας ήδη ένα διαζύγιο στην Καλιφόρνια, ήταν έτοιμος για μια νέα σχέση. Το προφίλ της μελαχρινής Μπρέντα του άρεσε αρκετά. Την προσκάλεσε σε ένα πρώτο ραντεβού σε μια συναυλία της Τζένιφερ Λόπεζ και τρεις μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο του 2012, το ζευγάρι αποφάσισε να συζήσει.

Σύντομα η Μπρέντα γνώρισε τον Ρικάρντο στους γονείς της. Τον Απρίλιο του 2013, την ημέρα των γενέθλιων του Ρικάρντο, του ανακοίνωσε ότι ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του και δεν μπορούσε να φανταστεί τη ζωή της χωρίς αυτόν.

Τον Ιούνιο, η Μπρέντα έμεινε έγκυος και αφού το συζήτησαν με τον Ρικάρντο, κατέληξαν τελικά στο να κάνει έκτρωση. Δεν είπε τίποτα στην οικογένειά της επειδή είχε κρυφές ελπίδες ότι κάποια μέρα οι δυο τους θα παντρεύονταν και θα αποκτούσαν παιδιά.

Το φθινόπωρο η Μπρέντα μπήκε σε ένα κολέγιο για να σπουδάσει Οδοντιατρική. Ωστόσο, σύμφωνα με τους συμμαθητές της, δεν σκεφτόταν τίποτα άλλο εκτός από τον Ρικάρντο.

Η Μπρέντα δεν είχε καμία αμφιβολία ότι τα συναισθήματα ήταν αμοιβαία. Στις αρχές του 2014, ο Ρικάρντο της έκανε δώρο ένα δαχτυλίδι, το οποίο συμβόλιζε την αφοσίωσή του αλλά ταυτόχρονα δήλωνε και την πρόθεσή του να την παντρευτεί. Η Μπρέντα δέχτηκε το δώρο θεωρώντας το ως ένδειξη μελλοντικού αρραβώνα και κάλεσε τον Ρικάρντο στο Μεξικό να γνωρίσει τη μεγάλη της οικογένεια.

Ο χωρισμός με ένα μήνυμα

Τον Ιούλιο του 2014 η Μπρέντα έφτασε στο κολέγιο καταρρακωμένη. Εξήγησε στους συμμαθητές της ότι ο Ρικάρντο την εγκατέλειψε στέλνοντάς της ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στο οποίο της ζητούσε να μετακομίσει από το σπίτι. Η κοπέλα δεν διευκρίνισε όμως για ποιο λόγο ο αγαπημένος της αποφάσισε να τη χωρίσει.

Η Μπρέντα δυσκολεύτηκε να ξεπεράσει τον χωρισμό: για αρκετές εβδομάδες δεν παρακολουθούσε τις διαλέξεις και οι βαθμοί της έπεσαν δραματικά. Ο Ρικάρντο, αντίθετα, προσπαθούσε να προχωρήσει μπροστά. Τον Σεπτέμβριο έκανε εγγραφή σε ένα στούντιο χορού για να μάθει σάλσα.

Μια μέρα ο Ρικάρντο, προς μεγάλη έκπληξή του, όταν έφτασε στο στούντιο, είδε την Μπρέντα να χορεύει. Κάποια στιγμή, όταν χόρευαν μαζί, φούντωσε ξανά το πάθος τους.

«Είμαστε και πάλι ο ένας στη ζωή του άλλου. Αποφασίσαμε να δώσουμε στη σχέση μας μια δεύτερη ευκαιρία» έλεγε ο Ρικάρντο.

Η Μπρέντα νοίκιασε ένα μικρό διαμέρισμα σε απόσταση ενάμισι χιλιομέτρου από το διαμέρισμα του Ρικάρντο. Αυτή τη φορά δεν της πρότεινε να συζήσουν, αλλά τη βοηθούσε με τα έξοδά της. Για αρκετούς μήνες όλα ήταν όπως παλιά. Οι γονείς της Μπρέντα πίστευαν ότι η σχέση τους θα κατέληγε σε γάμο. Αλλά και ο Ρικάρντο έλεγε ότι οι προθέσεις του ήταν σοβαρές.

Ωστόσο, όσο περισσότερο σκεφτόταν για τον γάμο του με την Μπρέντα, τόσο περισσότερο είχε αμφιβολίες για το πόσο δυνατή είναι η σχέση τους. Τον Φεβρουάριο του 2015 τής είπε και πάλι να χωρίσουν με τη δικαιολογία ότι ήθελε να βάλει τάξη στη ζωή του.

Το πρώην ζευγάρι αποφάσισε να διατηρήσει μια φιλική επαφή. Κάποιες φορές αντάλλαζαν μηνύματα, ενώ ο Ρικάρντο συναντούσε συχνά την πρώην κοπέλα του στην πόλη. Σχεδόν κάθε εβδομάδα την έβλεπε όταν έκανε τζόκινγκ, ενώ μια μέρα τη συνάντησε στο εστιατόριο όπου είχε ένα ρομαντικό δείπνο με τη νοσοκόμα Μιρλάντα.

Όπως αποδείχτηκε αργότερα, οι συναντήσεις της Μπρέντα με τον Ρικάρντο δεν ήταν τυχαίες. Η κοπέλα παρακολουθούσε τον πρώην της χρησιμοποιώντας τους προσωπικούς του κωδικούς πρόσβασης στο email και το iCloud του. Είχε επίσης τα κλειδιά από το διαμέρισμά του. Για να καταγράψει τις κινήσεις του, είχε κατεβάσει μια ειδική εφαρμογή στο κινητό της.

Παρίστανε τη φίλη του και τους παρακολουθούσε στο Facebook


Έτσι, η Μπρέντα διάβαζε τα μηνύματα που αντάλλαζε ο Ρικάρντο με άλλα κορίτσια για να μαθαίνει τα σχέδιά του. Δεν προσπαθούσε να παρέμβει στη ζωή του, αλλά τον παρακολουθούσε προσεκτικά από απόσταση, μέχρι που τον Μάιο του 2015 ο Ρικάρντο γνώρισε την 35χρονη παιδοδοντίατρο Κέντρα Χέτσερ. Ήταν πολύ όμορφη, σαν πραγματικό μοντέλο: λεπτή σιλουέτα, αστραφτερό χαμόγελο, πράσινα μάτια και σγουρά μαλλιά.

Ο Ρικάρντο δεν έκρυβε τα συναισθήματά του για την Κέντρα. Ανέβαζε τις φωτογραφίες τους στο προφίλ του στο Facebook, όπου ήταν μαζί αγκαλιασμένοι και έλαμπαν από ευτυχία. «Η σχέση μας προχωρούσε πολύ γρήγορα. Είχαμε τις ίδιες αξίες. Τα ενδιαφέροντά μας ταίριαζαν από την πρώτη στιγμή» έλεγε ο Ρικάρντο.

Η Μπρέντα και ο Ρικάρντο παρέμεναν φίλοι. Τον Ιούνιο της έγραψε για τη νέα κοπέλα του, χωρίς να αναφέρει το όνομά της. Η Μπρέντα έκρυβε τα αληθινά της συναισθήματα και έπαιζε τον ρόλο της καλής φίλης. Τον Ιούλιο, όταν το αυτοκίνητο του Ρικάρντο χάλασε, του πρότεινε να πάει στο συνεργείο αυτοκινήτων ενός φίλου της. Μαζί του είχε πάντα καλή διάθεση, δεν μιλούσε για το θέμα του χωρισμού και έδειχνε ότι ήταν έτοιμη να τον βοηθήσει με χαρά.

Ταυτόχρονα, η Μπρέντα παρακολουθούσε την προσωπική ζωή του Ρικάρντο μέσω του ανοιχτού λογαριασμού της Κέντρα στο Facebook. Καταλάβαινε από τις φωτογραφίες που ανέβαζε η κοπέλα ότι το ζευγάρι ταξίδευε συχνά και περνούσε ξέγνοιαστα. Η Μπρέντα ζήλευε όλο και περισσότερο και θύμωνε πολύ με την τυχερή και όμορφη αντίζηλό της.

Τα μάταια ραντεβού και τα σημάδια της εμμονής


Μια μέρα βγήκε σε ραντεβού για δείπνο με κάποιον Ρομπέρτο Μενέντες, ο οποίος έδειχνε ενδιαφέρον γι’ αυτήν. Όλο το βράδυ ο δύστυχος έπρεπε να ακούσει για τον Ρικάρντο και τη νέα του κοπέλα. Στο τέλος της βραδιάς, η Μπρέντα του ζήτησε να την πάει σε μια φίλη της. Ο Ρομπέρτο ​​δεν είχε ιδέα ότι την πήγε στο σπίτι όπου ζούσε η Κέντρα. Ήλπιζε να τη φιλήσει, η ίδια όμως κοιτούσε στο παράθυρο του σπιτιού και δεν του έδινε σημασία.

Ο πρώην συμμαθητής της Μπρέντα, ο Μίλτον Μαρτίνες, επίσης την προσκάλεσε σε ένα ρομαντικό δείπνο. Ωστόσο, σύμφωνα με αυτόν, σχεδόν όλο το βράδυ η Μπρέντα μιλούσε για τον πρώην φίλο της και την κοπέλα του. Η Μπρέντα ρώτησε τον Μίλτον αν γνώριζε κανέναν που θα μπορούσε να «τραυματίσει κάποιον». Ο ίδιος αρνήθηκε να μάθει περισσότερες λεπτομέρειες και είπε και στη Μπρέντα να ξεχάσει το σχέδιό της.

Ωστόσο, η Μπρέντα δεν είχε σκοπό να αφήσει την αντίζηλό της ήσυχη. Μια μέρα όταν βγήκε για ποτό με τον ξάδερφό της, Μόζες Μαρτίνες, είχε μαζί της ένα μεταλλικό ρόπαλο του μπέιζμπολ. Του πρότεινε να τρομάξει την Κέντρα, και σε αντάλλαγμα υποσχέθηκε να του αγοράσει ένα αυτοκίνητο ή να του πληρώσει το επίδομα παιδιού. Ο Μόζες σκέφτηκε ότι η Μπρέντα ήταν μεθυσμένη και δεν πήρε στα σοβαρά τα λόγια της.

Τότε η Μπρέντα θυμήθηκε την πρώην συνάδελφό της, την Τζένιφερ Εσκομπάρ. Ήξερε ότι η κοπέλα περνούσε μια δύσκολη περίοδο στη σχέση με τον φίλο της. Η Μπρέντα άκουγε όλα τα παράπονα της Τζένιφερ και μια μέρα της πρότεινε να μετακομίσει στο σπίτι της.

Πράγματι στις αρχές Αυγούστου η Τζένιφερ μετακόμισε. Δεν πρόλαβε ακόμη να τακτοποιήσει τα πράγματά της και η Μπρέντα άρχισε να της μιλά ασταμάτητα για τον Ρικάρντο και τη φίλη του. «Είχε εμμονή με αυτούς» θυμάται η Τζένιφερ. Κάποια στιγμή, άρχισε να αποφεύγει τις συναντήσεις με την Μπρέντα και να ψάχνει δικαιολογία για να περάσει τον ελεύθερο χρόνο της έξω από το σπίτι.

Κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης σχετικά με τον Ρικάρντο και την Κέντρα, η Μπρέντα πρόσφερε στην Τζένιφερ ναρκωτικά ή ένα αυτοκίνητο ως αντάλλαγμα προκειμένου να ξεφορτωθεί την αντίζηλό της. Έλεγε ότι ήθελε να χτυπήσει τον Ρικάρντο με ρόπαλο του μπέιζμπολ μέχρι να έπεφτε σε κώμα. Φανταζόταν επίσης ότι έβαζε μια θανατηφόρα δόση ναρκωτικών στην Κέντρα ή ότι τη χτυπούσε μέχρι θανάτου.

Στα μέσα Αυγούστου, φοβισμένη από τις συζητήσεις, η Τζένιφερ έφυγε από το σπίτι της Μπρέντα. Το γεγονός αυτό όμως δεν σταμάτησε την Μπρέντα, η οποία σύντομα βρήκε τη φίλη της Τζένιφερ, την 23χρονη ανύπαντρη μητέρα Κρίσταλ Κορτές. Ήξερε ότι η κοπέλα ζούσε με τον εξάχρονο γιο της στο σπίτι της γιαγιάς της σε μια φτωχή γειτονιά και δεν είχε αρκετά χρήματα για τις ανάγκες τους.

Η Κρίσταλ είδε στο πρόσωπο της Μπρέντα την ενσάρκωση της επιτυχίας. Η Μεξικάνα ήταν πάντα υπέροχα ντυμένη, φορούσε ακριβά καλλυντικά και οδηγούσε ένα μεταχειρισμένο Lexus. Στο διαμέρισμά της υπήρχαν δύο δερμάτινοι καναπέδες και δύο μεγάλες τηλεοράσεις. «Νόμιζα ότι θα μπορούσε να γίνει μια καλή φίλη» θυμάται η Κρίσταλ.

Η Μπρέντα πήγαινε την Κρίσταλ σε εστιατόρια και την κερνούσε. Κατά τη διάρκεια του γεύματος, μιλούσε για τη σχέση της με τον Ρικάρντο και το ότι την είχε αντικαταστήσει με μια άλλη κοπέλα.

«Έλεγε ότι εξαιτίας της Κέντρα σταμάτησε να νοιάζεται για την ίδια και να την προσέχει. Είχε σκοπό να ξεφορτωθεί την αντίζηλό της. Παραπονιόταν ότι δεν μπορούσε πια να αντέξει τον χωρισμό» αναφέρει η Κρίσταλ Κορτές.

Κλείνοντας ένα συμβόλαιο θανάτου

Η Μπρέντα υποσχέθηκε να δώσει στην Κρίσταλ 500 δολάρια για τη συνέργεια στη δολοφονίαΗ Κρίσταλ συμφώνησε. Για μερικές ημέρες, οι δυο τους παρακολουθούσαν την Κέντρα με κιάλια νυχτερινής όρασης. Αποφάσισαν ότι ήταν πιο εύκολο να την ξεφορτωθούν πυροβολώντας την. Δεδομένου ότι καμία από τις δύο δεν ήξερε να χειριστεί όπλο, αποφάσισαν να προσλάβουν έναν εκτελεστή.

«Με ρώτησε αν ήξερα κάποιον που θα μπορούσε να το κάνει επειδή έμενα σε μια κακόφημη περιοχή» λέει η Κρίσταλ Κορτές.

Πέρασαν από την περιοχή της Κρίσταλ, προσφέροντας χρήματα σε τυχαίους περαστικούς και ζητώντας τους να πυροβολήσουν έναν άνθρωπο. Στη συνέχεια πήγαν στο σπίτι της μητέρας της Κρίσταλ. Εκεί, συνάντησαν έναν πρώην γείτονα και τον 31χρονο φίλο του, τον Κρίστοφερ Λαβ.

Κατά την περιπλάνησή τους στην περιοχή, η Μπρέντα και η Κρίσταλ άκουσαν ότι ο Κρίστοφερ, ένας μικροέμπορος μαριχουάνας με εγκληματικό παρελθόν, έψαχνε χρήματα για να ανοίξει ένα κρησφύγετο. Τον πήγαν μέχρι το διαμέρισμά του και εκεί άδραξαν την ευκαιρία. Σε μια προσπάθεια να εντυπωσιάσει τον Κρίστοφερ, η Μπρέντα του είπε ότι είχε διασυνδέσεις σε καρτέλ ναρκωτικών. Του πρόσφερε ναρκωτικά και χρήματα συνολικής αξίας τριών χιλιάδων δολαρίων αρκεί να σκότωνε έναν άνθρωπο, και αυτός συμφώνησε.

Η μέρα της δολοφονίας

Στα τέλη Αυγούστου, ο Ρικάρντο και η Κέντρα επισκέφθηκαν την πόλη του Σαν Φρανσίσκο στην Καλιφόρνια. Ανέβαζαν φωτογραφίες στο Facebook όπου έκαναν μαζί ποδήλατο και καρτ. Το ζευγάρι έγραφε για τα σχέδιά του να ταξιδέψει στο Κανκούν του Μεξικού τον Σεπτέμβριο και στη συνέχεια να επισκεφτεί την πατρίδα της Κέντρα –μια πόλη, το Πλέζαντ Πλέινς στο Ιλινόις–  για να γνωρίσει ο Ρικάρντο τους γονείς της Κέντρα. Ύστερα από τρεις μήνες σχέσης, το ζευγάρι σχεδίαζε να παντρευτεί.

Ο Ρικάρντο συνέχισε να γράφει στην Μπρέντα. Την υποστήριξε στις τελικές εξετάσεις στο ιατρικό κολέγιο. Και μάλιστα την ενημέρωσε ότι του πρότειναν δουλειά σε μια άλλη πόλη και ότι τον Οκτώβριο θα έφευγε.

Η Μπρέντα φοβήθηκε πως πολύ σύντομα ο αγαπημένος της θα εξαφανιζόταν για πάντα από τη ζωή της. Προγραμμάτισε τη δολοφονία της Κέντρα για τις 2 Σεπτεμβρίου του 2015, μια μέρα πριν την αναχώρησή τους για το Κανκούν. Η Μεξικάνα δανείστηκε μια ασημένια BMW από έναν φίλο της, αλλά το αυτοκίνητο χάλασε εκείνο το μοιραίο πρωί. Η Μπρέντα και η Κρίσταλ το πήγαν στο συνεργείο που ανήκε στον φίλο της Μπρέντα, Χοσέ Ορτίζ. Ο ίδιος τους πρότεινε να χρησιμοποιήσουν το μαύρο του Jeep Cherokee μέχρι να επισκευαζόταν η BMW.

Η Κρίσταλ και ο Κρίστοφερ περίμεναν την Κέντρα να σχολάσει από τη βάρδιά της και να μπει στο Toyota Camry της. Καθοδόν όμως την έχασαν λόγω κίνησης. Αποδείχθηκε ότι στον δρόμο προς το σπίτι, η γυναίκα πέρασε από φίλους της για να δανειστεί μια κάμερα για υποβρύχια φωτογράφιση. Η Κρίσταλ και ο Κρίστοφερ αποφάσισαν να πάνε προς το σπίτι της και να την περιμένουν στον σκεπαστό χώρο στάθμευσης. Η Κέντρα έφτασε λίγα λεπτά αργότερα.

Μόλις η κοπέλα βγήκε από το αυτοκίνητο, ο Κρίστοφερ την πυροβόλησε στο κεφάλι. Στη συνέχεια, άρπαξε την τσάντα και την κάμερα και έτρεξε στο μαύρο όχημα. Η Κρίσταλ πάτησε το γκάζι και το αυτοκίνητο εξαφανίστηκε από τον χώρο στάθμευσης.

Εκείνη τη στιγμή, η Μπρέντα καθόταν με μια συμμαθήτριά της σε ένα εστιατόριο κάνοντας ένα διάλειμμα από την προετοιμασία της για τις εξετάσεις. Η κοπέλα επέστρεψε στο σπίτι της περίπου στις εννέα το βράδυ. Από το σπίτι, η Μπρέντα πήρε τηλέφωνο την Κρίσταλ για να επιβεβαιώσει ότι όλα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο. Το μόνο που τους έμενε να κάνουν ήταν να αλλάξουν το αυτοκίνητο του ιδιοκτήτη του συνεργείου με την BMW. Η Μπρέντα κράτησε την τσάντα της Κέντρα.

Η Μπρέντα πίστευε ότι το σχέδιό της να ξαναγίνει ζευγάρι με τον Ρικάρντο λειτουργούσε τέλεια. Όταν η αστυνομία μίλησε με τον Ρικάρντο την ημέρα της δολοφονίας, είπε ότι δεν είχε ιδέα ποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο. Φυσικά, δεν υποψιάστηκε την Μπρέντα, και εκείνο το βράδυ της έγραψε ότι κάποιος σκότωσε την Κέντρα. Η Μπρέντα προσποιήθηκε ότι λυπόταν βαθιά για την απώλειά του και έκανε το καλύτερο δυνατό για να τον στηρίξει.

Μια κάμερα ασφαλείας έδειξε τη δολοφονία

Η αστυνομία είχε μόνο ένα αποδεικτικό στοιχείο: ένα βίντεο από μια κάμερα ασφαλείας, το οποίο έδειχνε μια γυναίκα με ένα μαύρο Jeep Cherokee να φεύγει από τον χώρο στάθμευσης. Παρουσίασαν το βίντεο στις ειδήσεις. Ο ιδιοκτήτης του οχήματος αναγνώρισε το αυτοκίνητό του στο βίντεο και ζήτησε εξήγηση από την Μπρέντα. Η Μπρέντα αγχώθηκε και του είπε ότι η Κρίσταλ χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο όλη την ημέρα.

Η Μπρέντα εξήγησε στον Χοσέ ότι η φίλη της έπαιρνε ναρκωτικά και μάλλον πήγε στο πάρκινγκ για να αγοράσει μια δόση από κάποιο έμπορο ναρκωτικών. Ο Χοσέ παραδέχτηκε ότι φοβόταν να οδηγήσει το Jeep Cherokee του στην περιοχή, επειδή το αυτοκίνητο το έψαχνε η αστυνομία. Η Μπρέντα του πρότεινε να του αλλάξει χρώμα και να μην αναφέρει σε κανέναν για τη συνομιλία τους.

Ο Χοσέ όμως ύστερα από συζήτηση με την οικογένειά του, αποφάσισε να ενημερώσει τον ντετέκτιβ Έρικ Μπαρνς, ο οποίος ερευνούσε τη δολοφονία της Κέντρα, για την Μπρέντα και την Κρίσταλ. Στη συνέχεια ο αστυνομικός συνάντησε τον Ρικάρντο, ο οποίος άρχισε να υποψιάζεται την Μπρέντα.

Ο Έρικ Μπαρνς έστειλε τους αξιωματικούς στη βιβλιοθήκη όπου μελετούσε η Μπρέντα και τους ζήτησε να τη φέρουν στο τμήμα. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης, η Μπρέντα προσποιήθηκε ότι δεν καταλάβαινε γιατί το όνομά της εμφανίστηκε στην έρευνα για τη δολοφονία της Κέντρα. Η ανάκριση διήρκεσε πάνω από δύο ώρες. Ισχυρίστηκε ότι η σχέση της με τον Ρικάρντο δεν ήταν σοβαρή, και μετά τον χωρισμό επέστρεψε εύκολα στη ζωή της. Όπως είπε, δεν ενδιαφερόταν ποτέ για τη νέα σχέση του Ρικάρντο, οπότε δεν γνώριζε τίποτα για την Κέντρα.

Όταν της ζήτησαν να περιγράψει τι έκανε την ημέρα του εγκλήματος, έκρυψε ότι πήγε στο συνεργείο αυτοκινήτων. Επισήμαινε όμως συνεχώς ότι τη στιγμή της δολοφονίας έτρωγε σε ένα εστιατόριο με τη συμμαθήτριά της. Είχε και ένα αποδεικτικό στοιχείο μαζί της – μια διπλωμένη απόδειξη.

Η Κρίσταλ τα έχασε στην ανάκριση

Στη συνέχεια στη διπλανή αίθουσα έφεραν την Κρίσταλ για ανάκριση, η οποία ήταν πολύ αγχωμένη και μπερδευόταν με την κατάθεσή της. Η γυναίκα επιβεβαίωσε ότι οδηγούσε ένα Jeep Cherokee εκείνη την ημέρα. Αρχικά δήλωσε ότι έψαχνε χώρο στάθμευσης για να πάει σε ένα μεξικάνικο εστιατόριο. Στη συνέχεια, άρχισε να ισχυρίζεται ότι ήταν με τον γιο της και ήθελε να παρκάρει το αυτοκίνητο για να πάει μαζί του σε ένα πάρκο.

Μετά από μια σειρά ερωτήσεων, η Κρίσταλ είπε ότι κάποιος Λαμάρ την ανάγκασε να τον πάει στον χώρο στάθμευσης επειδή ήθελε να ληστέψει την Κέντρα. Τελικά σχεδόν παραδέχθηκε την αλήθεια. Η Κρίσταλ κατέθεσε ότι η Μπρέντα πλήρωσε την ίδια και τον Λαμάρ για να πραγματοποιήσουν τη ληστεία. Σύμφωνα με αυτήν, δεν είχε ιδέα ότι ο Λαμάρ θα πυροβολούσε την κοπέλα. Όταν ο άντρας διέπραξε τη δολοφονία, επέστρεψε στο αυτοκίνητο και διέταξε την Κρίσταλ να φύγει. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς επειδή ο δολοφόνος την απείλησε με το όπλο του.

Πώς ο ντετέκτιβ Μπαρνς προσπάθησε να «σπάσει» την Μπρέντα

Όταν ο Έρικ Μπαρνς επέστρεψε στην αίθουσα ανακρίσεων όπου τον περίμενε η Μπρέντα, της μίλησε όπως θα μιλούσε με την κόρη του που έκανε κάποιο λάθος. «Ξέρω πώς αισθάνεσαι όταν κάποιος σου ραγίζει την καρδιά. Ξέρω πώς αισθάνεσαι όταν θέλεις κάτι που είναι αδύνατον να το έχεις. Ξέρω επίσης πώς είναι να επιθυμείς κάτι τόσο πολύ, που είσαι έτοιμος να κάνεις οτιδήποτε για να το αποκτήσεις» της έλεγε με απαλή φωνή.

Η Μπρέντα προσποιήθηκε ότι τα λόγια του δεν είχαν καμία σχέση με αυτήν, αλλά ο ντετέκτιβ συνέχισε: «Δεν θα μπορούσες να τον πάρεις πίσω όσο η Κέντρα ήταν ζωντανή. Θεωρώ ότι μισούσες την ιδέα ότι δεν ήσουν αρκετά καλή για τον Ρικάρντο. […] Ίσως το επίπεδό του ήταν πολύ υψηλό για σένα. Όμως, για κάποιο λόγο, δεν του έφτανες. Δεν μπορούσες να το αποδεχτείς. Ήταν πολύ δύσκολο. Να κοιτάς στον καθρέφτη και να ρωτάς τον εαυτό σου: “Τι έχει εκείνη που δεν έχω εγώ;”»

Στη συνέχεια κατέβασε τη φωνή του και σχεδόν ψιθύρισε: «Δεν νομίζω ότι είσαι κακός άνθρωπος. Αλλά ξέρεις τι; Σε έσπασε. Σε πλήγωσε. Δεν είχες άλλη επιλογή. Για όλους υπάρχει κάποιο όριο υπομονής. Θεωρώ ότι το έφτασες».

Φαινόταν ότι η Μπρέντα επρόκειτο να παραδεχθεί την αλήθεια. Ωστόσο, δεν είπε τίποτα. Τότε, ο ντετέκτιβ αποφάσισε να σταματήσει την ανάκριση. Προσπάθησε να την κρατήσει για ένα απλήρωτο πρόστιμο, αλλά η Μπρέντα το εξόφλησε γρήγορα και έφυγε.

Την βρήκαν να κρύβεται στο Μεξικό

Ο ντετέκτιβ συνέλαβε την Κρίσταλ και, μέσω των μηνυμάτων στο κινητό της, βρήκαν τον δολοφόνο της Κέντρα, τον οποίο ονόμαζε Λαμάρ-Κρίστοφερ Λαβ. Τον συνέβαλαν επίσης, πολύ σύντομα. Στη συνέχεια, η αστυνομία προσπάθησε να βρει και να συλλάβει την Μπρέντα, αλλά μέχρι τότε είχε εξαφανιστεί χωρίς ίχνος.

Η Μπρέντα έμενε για μισό χρόνο με τους συγγενείς της στην πόλη Τορέον στο Μεξικό. Την «ξετρύπωσαν» όμως πράκτορες του FBI που εργάζονταν για την κυβέρνηση του Μεξικού. Είχε διπλή ιθαγένεια – του Μεξικού και των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τους νόμους του Μεξικού, ένας Μεξικανός δεν μπορεί να σταλεί σε άλλη χώρα, όπου αντιμετωπίζει τη θανατική ποινή για κάποιο έγκλημα. Τότε, ο εισαγγελέας του Τέξας διαβεβαίωσε ότι δεν θα ζητούσε από τον δικαστή να καταδικάσει την Μπρέντα σε θάνατο, και την έστειλαν στις ΗΠΑ.

Ο εισαγγελέας Κέβιν Μπρουκς καταλάβαινε ότι η Μπρέντα είχε αναμφισβήτητο άλλοθι. Ο μόνος τρόπος να την πιέσει να παραδεχτεί ότι ήταν ένοχη ήταν να αναγκάσει την Κρίσταλ να καταθέσει εναντίον της στο δικαστήριο. Γι’ αυτό, ο εισαγγελέας υποσχέθηκε στην Κρίσταλ μια ποινή φυλάκισης 35 ετών. Η δικηγόρος της διαβεβαίωσε ότι με μια τέτοια ποινή θα μπορούσε να βγει από τη φυλακή με απαλλαγή σε 15 χρόνια. Η κατηγορούμενη συμφώνησε και είπε την αλήθεια στο δικαστήριο.

Για τη δολοφονία και τη ληστεία της Κέντρα, ο Κρίστοφερ καταδικάστηκε σε θάνατο με ένεση. Η δίκη εναντίον της Μπρέντα πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2019. Το δικαστήριο ενόρκων την καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη χωρίς αποφυλάκιση υπό όρους.