Της Εσμεράλδας Αγαπητού

Ο Θανάσης Παπαγεωργίου γεννήθηκε στις 16 Φεβρουαρίου του 1938 στην Καισαριανή. Από τους κορυφαίους βραβευμένους ηθοποιούς και σκηνοθέτες μας, έχει εμφανιστεί στο Θέατρο, την Τηλεόραση, τον Κινηματογράφο, έχει γράψει 5 θεατρικά τα οποία  παίχτηκαν στην «ΣΤΟΑ» σε δική του σκηνοθεσία, και ένα βιβλίο. Σπουδασμένος στη Δραματική Σχολή του Χρήστου Βαχλιώτη, συνεργάστηκε με διάφορους  θιάσους, και το 1965 εγκαταλείπει το Θέατρο για τον Κινηματογράφο, γυρίζοντας σαν σκηνοθέτης, σεναριογράφος και ηθοποιός την ταινία «Επί εσχάτη προδοσία» (1968).Το 1969 ιδρύει στην Κοκκινιά, με τη Λήδα Πρωτοψάλτη και τον Τάκη Καλφόπουλο, το θίασο «Βήματα». Η δικτατορία τούς διαλύει και μεταφέρει τις δραστηριότητές του στο Θέατρο «Φλορίντα» της Λεωφόρου Αλεξάνδρας. Το 1971 ιδρύει με την ηθοποιό Ελ. Καρπέτα το θέατρο «ΣΤΟΑ», το οποίο διευθύνει μόνος του από το 1974 έως σήμερα . Εκεί, έχει ανεβάσει περίπου ενενήντα έργα, κυρίως νεοελλήνων συγγραφέων, αλλά και σύγχρονων ξένων, καθώς και αρχαίες τραγωδίες. Την εποχή αυτή, ανέβασε στη ΣΤΟΑ  «Το επάγγελμα της μητρός μου» με έναν εξαιρετικό θίασο.

Κύριε Παπαγεωργίου, τι να σας πρωτορωτήσω με τέτοια πορεία… Πώς ήταν, αλήθεια, τα πράγματα τότε που εσείς σπουδάζατε; Οι άνθρωποι, οι σχέσεις, οι φοιτητές;

«Νομίζω ότι η πολιτική κατάσταση της χώρας καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τις δραστηριότητές μας. Έτσι, σε μια εποχή ταραχώδη είναι φυσικό τα γεγονότα να εξελίσσονται ανώμαλα και οι άνθρωποι να προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στην τρέλα της πολιτικής και τα καθημερινά τους προβλήματα. Η περίοδος 1950-1967, δηλαδή από το Γυμνάσιο μέχρι τη δικτατορία, ήταν η προσωποποίηση της ανωμαλίας. Μετά ήρθε το σκοτάδι και ολοκληρώθηκε η τρέλα. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα, τα πράγματα δεν εξελίσσονταν, απλώς υπήρχε μια διαρκής προσπάθεια να καταλάβουμε σε ποιον κόσμο ζούμε, έναν κόσμο που άλλαζε κάθε μέρα. Η δικτατορία βοήθησε να καταλάβουμε ότι ήρθε, επιτέλους, το αποτέλεσμα όλης αυτής της σχιζοφρένειας και αρχίσαμε να δουλεύουμε για να την καταργήσουμε. Και αυτό έφερε αληθινή δημιουργία, γιατί πήγαζε από πραγματική ανάγκη».

Από το 1971 έως σήμερα, διευθύνετε τη «ΣΤΟΑ». Και τι δεν έχετε «ανεβάσει» εκεί και σε περίοδο δικτατορίας. Ερχόταν  κόσμος;

«Η “ΣΤΟΑ” και τα παρεμφερή θέατρα της εποχής ήταν η πνευματική σφηκοφωλιά του φοιτητόκοσμου. Αυτό το καταλάβαιναν όλοι εκτός από τους ασφαλίτες. Κατορθώσαμε και τους ξεγελάσαμε τέλεια. Πήγαμε τα πράγματα μέχρι εκεί που νόμιζαν ότι τα ελέγχουν. Δεν ήταν σε θέση να δούνε το από κάτω».

Όταν οι θεατές ήταν λίγοι ακυρώνατε την παράσταση;

«Ποτέ,  εκτός κι αν δεν είχαμε κανέναν θεατή. Παίξαμε και με τρεις και με τέσσερις θεατές. Στην Κοκκινιά, το 1969, παίξαμε με δύο. Ήταν ο Πάρις Τακόπουλος με τον Μποστ, που μας παρακαλούσαν να μην αρχίσουμε την παράσταση, με δύο θεατές. Την κάναμε, και ήταν και πολύ καλή».

Είστε μύθος στο χώρο σας, όμως πάντα κρατάτε χαμηλό προφίλ. Κάνει κακό η έκθεση στα ΜΜΕ; 

«Αν καθίσεις πολύ στον ήλιο παθαίνεις εγκαύματα. Όλα θέλουν μέτρο. Γι’ αυτό κάναμε λίγη τηλεόραση και καλή. Μαυρίσαμε όσο έπρεπε, αλλά δεν χρειάστηκε να βάλουμε κρέμες για να επουλώσουμε τα εγκαύματα…».

Πιστεύω πως στην εποχή μας πολλοί ηθοποιοί φροντίζουν για την προβολή τους περισσότερο απ’ ό,τι για την απόδοσή τους. Και βλέπουμε όλο τους ίδιους και τους ίδιους παντού, από τηλεόραση και θέατρο, μέχρι κοινωνικές εκδηλώσεις. Τι συμβαίνει τελικά; Πρέπει να ανήκεις σε κάποιο κύκλωμα που να σε προωθεί, γιατί αν είσαι μόνος σε τρώει το μαύρο σκοτάδι όσο ταλέντο και να έχεις; 

«Δεν ανήκω στους ηθοποιούς που φροντίζουν για την προβολή τους, γι’ αυτό και δεν ήμουν αρεστός στα ΜΜΕ. Τα κυκλώματα λειτουργούσαν και θα λειτουργούν πάντοτε. Η αξιοκρατία είναι άγνωστη έννοια και τα έντυπα δεν θα μπορούσαν να ζήσουν υπήρχε. Η ύλη τους βασίζεται στο κουτσομπολιό, την ανθρωποφαγία και τη βλακεία. Δεν θα μπορούσα ποτέ να τροφοδοτήσω τέτοια ύλη. Θα ντρεπόμουνα».

Έχετε γράψει θεατρικά έργα, αρθρογραφούσατε, έχετε διδάξει ακόμη και στο Θεατρολογικό του ΑΠΘ, έχετε βραβευθεί, δημιουργήσατε δικό σας Θεατρικό Εργαστήρι με μαθητές κυρίως φοιτητές του Θεατρολογικού της Φιλοσοφικής Αθηνών, υπήρξατε δ/ντής της Δραματικής Σχολής του Ωδείου Αθηνών, διατελέσατε πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου, μέλος διαφόρων επιτροπών του υπουργείου Πολιτισμού, είστε σκηνοθέτης. Μια ζωή γεμάτη. Τι γεύση σάς έχουν αφήσει όλα αυτά τα χρόνια; Σας αντάμειψαν; Σας έδωσαν αυτό που προσδοκούσατε όταν πρωτοξεκινήσατε; 

«Επιδίωξή μου ήταν να περνάω καλά με τον εαυτό μου, αυτό το δύστροπο κατασκεύασμα με το οποίο είμαστε όλοι υποχρεωμένοι να ζούμε. Πιστεύω πως τα κατάφερα, αφού έφτασα μέχρι εδώ γεμάτος δημιουργικότητα και εργασία. Βέβαια, στον Παράδεισο θα ήταν καλύτερες οι συνθήκες. Αλλά πολύ νωρίς συμβιβάστηκα ότι θα δημιουργώ μέσα στην Κόλαση».

Τώρα διασκευάσατε, σκηνοθετήσατε , πρωταγωνιστείτε και παίζετε στη «ΣΤΟΑ» «Το επάγγελμα της μητρός μου», του Μποστ. Τι θέλετε να πάρει μαζί του φεύγοντας ο θεατής;

«Θέλω να πετύχω αυτό που επιδιώκει η αληθινή κωμωδία. Να γελάσει ο θεατής με τα καμώματά του». 

Για εσάς τι σημαίνει ηθοποιός, «φως»;

«Εδώ μπαίνει το μεγάλο ερώτημα: ποιος ηθοποιός και ποιο φως; Σπανίζουν οι μεγάλοι ηθοποιοί, αυτοί που θα σκορπίσουν το φως γύρω τους, γι’ αυτό και περισσεύει το σκότος. Ας πάψουμε να βαυκαλιζόμαστε και ας το παραδεχτούμε, καλό θα μας κάνει. Ζούμε σε σκοτεινές εποχές και νομίζουμε ότι είμαστε λουσμένοι στο φως, ζούμε μέσα στο ψέμα και διατυμπανίζουμε την ειλικρίνειά μας, παραπατάμε και νομίζουμε πως χορεύουμε. Ας κάνουμε μια προσπάθεια να ονομάσουμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους το πραγματικό. Ίσως χρειαστούμε νέες λέξεις. Ε, ας τις βρούμε».

Από την Έντυπη Έκδοση