Ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξης Τσίπρας επιδιώκει με κάθε δημόσια εμφάνισή του να προκαλέσει την ποινική του δίωξη για όσα καταγγέλλονται εις βάρος του κ. Δημ. Παπαγγελοπούλου και του κ. Ν. Παππά, και εμμέσως θεωρείται, δημοσιογραφικά τουλάχιστον,  ότι τον εμπλέκουν.  

Είναι απόλυτα κατανοητή αυτή η απεγνωσμένη προσπάθεια του κ. Τσίπρα. Ο πνιγμένος από τα μαλλιά του πιάνεται, όπως λέει και ο λαός μας. Αυτή τη στιγμή ο κ. Τσίπρας βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση. Και ενώπιον της ελληνικής κοινωνίας αλλά, κυρίως, και ενώπιον του ίδιου του κόμματός του. Όποιος παρακολουθεί από κοντά τις εργασίες της Βουλής διαπιστώνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μετατραπεί σε σκορποχώρι. Ο κάθε βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ έχει σηκώσει το δικό του «μπαϊράκι». Και εμμέσως αμφισβητεί την ικανότητα του κ. Τσίπρα να μπορέσει να ανταποκριθεί στις μεγαλές απαιτήσεις που έχει ένα κόμμα αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μπορεί η αμφισβήτηση αυτή να μην έχει πάρει τις διαστάσεις ενός έντονου κινήματος, αλλά γκρίνια υπάρχει. Και όσο υπάρχει πρόβλημα με τις δημοσκοπήσεις για τον ΣΥΡΙΖΑ, η γκρίνια θα μεγεθύνεται.  

Αλλά ο κ. Τσίπρας θεωρούσε ότι η δίωξη κατά Παπαγγελόπουλου αν διευρυνόταν και εναντίον του ίδιου, θα μπορούσε να συσπειρώσει υπό την ηγεσία του το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ πιο έντονα από ποτέ. Γι’ αυτό στην τελευταία του ομιλία ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ είπε, «αν τολμάτε, βάλτε με και μένα στη δίωξη». Στην ουσία δεν επρόκειτο περί πρόκλησης αλλά περί ικεσίας προς τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο κ. Μητσοτάκης, όμως, δεν πρόκειται να του κάνει το χατίρι αυτό.   

Αντίθετα, η άποψη που επικρατεί στο σύνολο,  σχεδόν, της Ν.Δ. αλλά και προσωπικά εκφράζει πλήρως τον ίδιο τον πρωθυπουργό είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ασκείται ποινική δίωξη εναντίον ενός πρώην πρωθυπουργού, εκτός αν υπάρχουν αδιάσειστα στοιχεία για την ενοχή του. Αυτή τη στιγμή,  η Νέα Δημοκρατία και προσωπικά ο κ. Μητσοτάκης δεν προτίθενται σε καμία περίπτωση να ποινικοποιήσουν την πολιτική ζωή του τόπου.  

Αυτό, όμως, που δεν έχουν καταλάβει στο ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι το πρόβλημά τους δεν είναι συγκυριακό η εφήμερο. Δεν οφείλεται στην προ έτους ήττα τους στις εκλογές, όπου το ποσοστό τους ήταν αρκετά συμπαθητικό, κοντά στο 32%, με αποτέλεσμα να θεωρούν ότι είναι θέμα χρόνου η επάνοδός τους στην εξουσία. Όπως αποδεικνύεται μετεκλογικά, το πρόβλημά τους είναι δομικό. Είναι πρόβλημα ταυτότητας. Τι θέλουν και τι μπορούν να κάνουν στον πολιτικό βίο της χώρας. Στα τεσσεράμισι χρόνια που ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν στην εξουσία, οι αριστερές προκαταλήψεις και αριστεροί μύθοι κατέρρευσαν. Και τώρα οι συριζαίοι δείχνουν ανίκανοι να διαχειριστούν την επόμενη μέρα, χωρίς την εξουσία, χωρίς την κυβέρνηση. Είναι προφανές ότι ειδικά αυτή την περίοδο, η επικράτηση του κ. Μητσοτάκη και της κυβέρνησής του στο χώρο του Κέντρου είναι αδιαμφισβήτητη. Είναι η πρώτη φορά από τότε που έγινε η Μεταπολίτευση  που το κυβερνών κόμμα είναι πιο ψηλά στις δημοσκοπήσεις ένα χρόνο μετά τις εκλογές. Η διαφορά του από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης αντί να μειώνεται, αυξάνει. Και μάλιστα, χωρίς να μπορεί το Κίνημα Αλλαγής, το ΚΙΝ.ΑΛ., δηλαδή το ΠΑΣΟΚ, να εκμεταλλευθεί την κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ. Ενδεχομένως κάποιοι υποστηρίζουν ότι η πλήρη επικράτηση του κ. Μητσοτάκη στο χώρο του Κέντρου αφήνει κενό στο χώρο της Δεξιάς για να το εκμεταλλευθεί πιθανώς ένας χαρισματικός, λαϊκιστής ηγέτης. Αλλά ένας τέτοιος πολιτικός, αυτή τη στιγμή, δεν υπάρχει. Ούτε ο Βελόπουλος ούτε ο Κασιδιάρης μπορούν να παίξουν αυτό το ρόλο. Η πλήρης επικράτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι αδιαμφισβήτητη. Μόνος εχθρός του είναι, ενδεχομένως, ο ίδιος ο κακός του εαυτός. Κανείς άλλος. Αντίθετα, για τον κ. Τσίπρα αυτό που προέχει είναι να βρει, επιτέλους, τον καλό του εαυτό. Αν όντως υπάρχει!