Τα επίπεδα ορισμένων μικρών μορίων που ονομάζονται μεταβολίτες μπορεί να επηρεάσουν τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου σύμφωνα με νέα έρευνα από το Ιατρικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Erasmus στο Ρότερνταμ που δημοσιεύθηκε στο Neurology.

Οι μεταβολίτες προέρχονται από την κατανάλωση τροφίμων και μπορεί να προκαλέσουν χημικές διεργασίες εντός του οργανισμού καθώς και παραγωγή μικροβίων. Ανάλυση παλαιότερων ερευνών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα επίπεδα δέκα μεταβολιτών συσχετίζονται με τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου.

Σε αυτά περιλαμβάνονται λιπίδια, λιπαρά οξέα, αμινοξέα και υδατάνθρακες. Τα επίπεδα των μεταβολιτών μεταβάλλονται εξαιτίας παραγόντων όπως οι ασθένειες, γενετικοί παράγοντες ή περιβαλλοντικοί  και αποτελούν ένδειξη της συνολικής υγείας σημειώνουν οι ερευνητές.

«Με το εγκεφαλικό επεισόδιο να αποτελεί κύρια αιτία θανάτου και μακροπρόθεσμης αναπηρίας παγκοσμίων οι ερευνητές αναζητούν νέους τρόπους εντοπισμού των ασθενών υψηλού κινδύνου, να καθορίσουν τα αίτια του εγκεφαλικού επεισοδίου και να αναπτύξουν στρατηγικές πρόληψης» εξηγεί η ερευνήτρια Δρ Dina Vojinovic, η οποία επισημαίνει ότι για τη δική τους ανάλυση εξέτασαν μια μεγάλη σειρά  μεταβολιτών για να κατανοήσουν τις μεταβολικές αλλαγές που μπορεί να συμβούν και να οδηγήσουν σε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο.

Οι Ολλανδοί ερευνητές αξιολόγησαν επτά μελέτες σε σύνολο 39.000 ατόμων. Στη διάρκεια της περιόδου παρακολούθησης – από δυο έως δέκα χρόνια – σχεδόν 1.800 υπέστησαν εγκεφαλικό επεισόδιο.

Οι ερευνητές εντόπισαν δέκα μεταβολίτες που σχετίζονταν με τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου εκ των οποίων το απαραίτητο αμινοξύ ιστιδίνη σχετιζόταν εντονότερα με τον μειωμένο κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου.

Όπως εξήγησαν οι ερευνητές στη σχετική ανακοίνωση του Πανεπιστημίου η ιστιδίνη μετατρέπεται σε ισταμίνη που έχει φανεί ότι παίζει ρόλο στην διαστολή των αιμοφόρων αγγείων, ενώ λειτουργεί σαν νευροδιαβιβαστής του εγκεφάλου και έχει φανεί σε μελέτες ότι μειώνει την πίεση του αιματος και τη φλεγμονή. Επομένως δεν τους εξέπληξε το εύρημά τους.

Για κάθε μονάδα αύξησης στα επίπεδα ιστιδίνης οι ερευνητές βρήκαν μείωση κατά 10% του κινδύνου εγκεφαλικού επεισοδίου. Σημείωνεται ότι ο ανθρώπινος οργανισμός λαμβάνει την ιστιδίνη από πρωτεϊνούχες τροφές ζωικής και φυτικής προέλευσης (π.χ. πουλερικά, βόειο κρέας, ψάρια και θαλασσινά, αυγά, όσπρια, κινόα, ρύζι).

Επιπρόσθετα διαπίστωσαν και αυτοί ότι η καλή HDL χοληστερόλη σχετίζεται με μείωση του κινδύνου εγκεφαλικού επεισοδίου, ενώ η κακή LDL χοληστερόλη και τα τριγλυκερίδια με αύξηση του κινδύνου εγκεφαλικού επεισοδίου.

Παρατήρησαν επίσης ότι ο μεταβολίτης πυροσταφυλικό οξύ που παράγεται κατά τη διάσπαση των κυττάρων σε σάκχαρα επίσης αυξάνει τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου. Μάλιστα για κάθε αύξηση του πυροσταφυλικού οξέος, ο κίνδυνος εγκεφαλικού επεισοδίου αυξανόταν κατά 13%. Οι ερευνητές γνωρίζουν ήδη ότι το πυροσταφυλικό οξύ έχει διπλό ρόλο μια και σχετίζεται με τη μείωση της φλεγμονής, αλλά και με την αύξηση του κινδύνου καρδιαγγειακής νόσου. Γι’ αυτό και σκοπεύουν να διεξάγουν και άλλες έρευνες.