Η 14η Νοεμβρίου έχει καθιερωθεί ως η Παγκόσμια Ημέρα Σακχαρώδη Διαβήτη (ΣΔ). Ο ΣΔ αποτελεί μία διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων, των λιπών και των πρωτεϊνών, η οποία σχετίζεται με την έκκριση και τη δράση της ινσουλίνης αλλά και με άλλες ορμόνες.

Στην Ελλάδα, το 9% του πληθυσμού πάσχει από ΣΔ τύπου 2. Το ίδιο συχνός είναι ο προδιαβήτης, καθώς και ο αδιάγνωστος διαβήτης.

Μιλώντας στη «Βραδυνή της Κυριακής», η αναπληρώτρια καθηγήτρια Παθολογίας – Σακχαρώδη Διαβήτη του ΕΚΠΑ, Ενδοκρινολόγος, Βάια Λαμπαδιάρη, αναλύει το συγκεκριμένο νόσημα και τονίζει πως η ύπαρξη επαρκώς ρυθμιζόμενου διαβήτη από μόνη της δεν έχει αποδειχθεί ότι αυξάνει την ευαισθησία για λοίμωξη από κορωνοϊο.

Βάια Λαμπαδιάρη

Τι είναι ο σακχαρώδης διαβήτης;

Ο σακχαρώδης διαβήτης (ΣΔ) είναι μία διαταραχή του μεταβολισμού των υδατανθράκων, των λιπών και των πρωτεϊνών. Η διαταραχή αυτή δεν είναι ενιαία για όλους τους αρρώστους και υπάρχουν διάφοροι τύποι (φαινότυποι). Η πάθηση συνίσταται σε διαταραχή της δράσης ή/και της έκκρισης της ινσουλίνης (της ορμόνης που παράγεται από το πάγκρεας και ελαττώνει το ζάχαρο στο αίμα) αλλά και άλλων ουσιών που συμμετέχουν στη ρύθμιση του ζαχάρου του αίματος (νευροορμόνες).

Ποιοι τύποι διαβήτη υπάρχουν και που οφείλονται;

Υπάρχουν πολλοί τύποι ΣΔ. Ξέρουμε από παλιά τον ΣΔ τύπου 1 (ΣΔ1) και τον ΣΔ τύπου 2 (ΣΔ2).

Ο ΣΔ1 είναι ο κλασικός ΣΔ που βρίσκαμε παλιότερα σε νεαρές ηλικίες. Ωστόσο, ξέρουμε σήμερα ότι μπορεί να εμφανιστεί σε οποιαδήποτε ηλικία. Ο ΣΔ1 είναι ένα αυτοάνοσο νόσημα, δηλαδή ένα νόσημα στο οποίο ο οργανισμός παράγει αυτοαντισώματα που καταστρέφουν τα παγκρεατικά β-κύτταρα και ελαττώνουν τη σύνθεση της ινσουλίνης.  Στο ΣΔ1 υπάρχει γενετική προδιάθεση (αυξημένη πιθανότητα να εμφανιστεί στα παιδιά όταν πάσχουν οι γονείς, ιδίως ο πατέρας), όχι όμως έντονη κληρονομικότητα (χαρακτηριστικός τρόπος μεταβίβασης από γενιά σε γενιά). Εμφανίζεται, όπως και τα άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, διότι υπάρχει προδιάθεση με αποτέλεσμα η επίδραση ενός ενεργοποιητικού παράγοντα (π.χ. μια λοίμωξη στην παιδική ηλικία) να προκαλέσει τη νόσο.

Σε αντίθεση με το ΣΔ1, ο ΣΔ2, ο οποίος ήταν παλιά ο κλασικός διαβήτης των ενηλίκων, σήμερα εμφανίζεται και σε μικρότερες ηλικίες λόγω της αυξημένης συχνότητας της παχυσαρκίας. Ο ΣΔ2 σχετίζεται με αυξημένη αντίσταση  στη δράση της ινσουλίνης, καθώς επίσης με δευτεροπαθή ανεπάρκεια της ινσουλίνης (η παραγόμενη ινσουλίνη αδυνατεί να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες του οργανισμού, συνήθως λόγω παχυσαρκίας).

Ένας άλλος τύπος διαβήτη είναι ο λανθάνων αυτοάνοσος διαβήτης των ενηλίκων (Latent Autoimmune Diabetes in Adults, LADA), που έχει χαρακτηριστικά ΣΔ1, αλλά εμφανίζεται σε μεγαλύτερες ηλικίες. Μπορούμε να πούμε ότι ο LADA είναι ένας ΣΔ1, αλλά όχι τόσο επιθετικός. Ακόμη, υπάρχει ο κληρονομικός διαβήτης τύπου MODY (Maturity Onset Diabetes of the Young) που έχει διάφορες μορφές με σύνηθες χαρακτηριστικό την ελαττωμένη σύνθεση της ινσουλίνης από το πάγκρεας και κυρίως προσβάλλει νεαρά άτομα.

Οι δευτεροπαθείς διαβήτες (ή παγκρεατογενείς, όπως τους λέγαμε παλιά) χαρακτηρίζονται από δυσλειτουργία του παγκρέατος οφειλόμενη σε διάφορα αίτια (π.χ. μετά από πολλά επεισόδια παγκρεατίτιδας, χρόνια παγκρεατίτιδα, ινοκυστική νόσο, παγκρεατεκτομές) που σχετίζονται με το ίδιο το πάγκρεας και μετά οδηγούν σε διαβήτη.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι υπάρχουν και διαβήτες που σχετίζονται όχι με την ινσουλίνη, αλλά με άλλες ορμόνες, όπως ο διαβήτης μετά από λήψη κορτιζόνης. Τέλος, υπάρχουν σπάνιοι κληρονομικοί διαβήτες (π.χ. ο λιποδυστροφικός διαβήτης) που έχουν να κάνουν με διαταραχές του λιπώδη ιστού και δευτεροπαθείς διαβήτες μετά από αυξημένη κληρονομούμενη ινσουλινοαντοχή.

Πόσο συχνός και σοβαρός είναι;

Ο ΣΔ2 είναι ο συχνότερος και προσβάλλει το 9% του ελληνικού πληθυσμού. Το ίδιο συχνός είναι ο προδιαβήτης, καθώς και ο αδιάγνωστος διαβήτης. Είναι ένα σοβαρό νόσημα, η βαρύτητα του οποίου εξαρτάται από την ηλικία εμφάνισης, τη βαρύτητα της υπεργλυκαιμίας και την ύπαρξη ή όχι συνοδών παθήσεων. Αναμφισβήτητα είναι ένα νόσημα που συχνά οδηγεί σε επιπλοκές, ειδικά όταν εμφανίζεται σε νεαρή ηλικία, έχει μεγάλη διάρκεια και συνυπάρχει με παθήσεις άλλων οργάνων και συστημάτων, όπως το καρδιαγγειακό  και οι νεφροί.

Πώς εμφανίζεται;

Δυστυχώς, στα πρώιμα στάδια που προκαλούνται οι επιπλοκές, o ΣΔ είναι ασυμπτωματικός. Συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται όταν η υπεργλυκαιμία γίνει σοβαρή, δηλαδή όταν το ζάχαρο του αίματος ξεπεράσει τα 180-200 mg/dl. Επίσης, στο αρχικό στάδιο μπορεί να υπάρχει μεταγευματική υπογλυκαιμία (χαμηλό ζάχαρο μετά το φαγητό). Όταν ο ΣΔ επιδεινωθεί και υπάρχει μεγάλη αύξηση της γλυκόζης του αίματος εμφανίζεται πολυουρία, πολυδιψία, απώλεια βάρους χωρίς ο ασθενής να κάνει δίαιτα και ξηροστομία. Όταν η σύνθεση ινσουλίνης ελαττωθεί πάρα πολύ, παρατηρείται καχεξία και νευρολογικές επιπλοκές στον άρρωστο. Αυτά συμβαίνουν όταν η αύξηση του ζαχάρου στο αίμα είναι πολύ μεγάλη και η ινσουλινοπενία έκδηλη.

Προλαμβάνεται;

Ο ΣΔ1 δεν προλαμβάνεται στην καθήμερα κλινική πρακτική. Ωστόσο, το να είναι ένα παιδί παχύσαρκο και να κάθεται όλη μέρα σε έναν υπολογιστή, μπορεί να επιταχύνει την εμφάνισή του. Αντίθετα, εάν ένα παιδί είναι αδύνατο και δραστήριο, η εμφάνιση της νόσου μπορεί να καθυστερήσει. Ο ΣΔ2 προλαμβάνεται ακόμη και στη φάση του προδιαβήτη ή του νεοδιαγνωσθέντος ΣΔ, με τη σωστή διατροφή και την άσκηση που είναι τα σημαντικότερα προληπτικά μέτρα. Υπάρχουν και κάποια φάρμακα που μπορούν να βοηθήσουν στην πρόληψη, αλλά ο ρόλος τους είναι δευτερεύων.

Θεραπεύεται; Υπάρχουν νέες θεραπείες;

Θεραπεία με την έννοια της ίασης δεν υπάρχει. Η σωστή διατροφή, η απώλεια βάρους και η άσκηση είναι θεραπευτικοί πυλώνες. Αν η πάθηση προχωρήσει, υπάρχουν σήμερα θεραπείες, οι οποίες επιβραδύνουν την έκπτωση της λειτουργίας του παγκρέατος και την πρόληψη των επιπλοκών, που είναι και το σημαντικότερο για τον άρρωστο. Στις νεότερες θεραπείες περιλαμβάνονται οι ινκρετίνες, οι αναστολείς του συμμεταφορέα νατρίου – γλυκόζης 2 (SGLT2) και οι νεότερες ινσουλίνες, οι οποίες είναι αποτελεσματικότερες και ασφαλέστερες από τις παλαιότερες. Θεραπείες που περιλαμβάνουν συνδυασμούς των προαναφερθέντων συμβάλλουν στην καλύτερη γλυκαιμική ρύθμιση χωρίς την εμφάνιση υπογλυκαιμιών και αύξησης του σωματικού βάρους και με πρόληψη των καρδιαγγειακών και νεφρικών συμβαμάτων. 

Πόσο ευαίσθητα είναι τα άτομα με διαβήτη στον κορωνοϊό;

Σιγά σιγά καταλαβαίνουμε περισσότερα για τον κορωνοϊό. Η ύπαρξη ρυθμισμένου διαβήτη από μόνη της δεν έχει αποδειχθεί ότι καθιστά το άτομο υπερευαίσθητο στον ιό. Ωστόσο, ο αρρύθμιστος διαβήτης, όπως και ενδεχόμενα συνοδά νοσήματα (π.χ. η παχυσαρκία και ειδικότερα η κεντρική παχυσαρκία ή η υπέρταση) και οι επιπλοκές του, καθιστούν ένα άτομο με διαβήτη, ασθενή υψηλού κινδύνου.