Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας και ορισμένες κυβερνήσεις άλλαξαν τους χειρισμούς τους καθώς και τις μεθόδους θεραπείας για την COVID-19, με βάση αμφιβόλου ποιότητας στοιχεία από μία μικρή αμερικανική εταιρεία αναλύσεων, θέτοντας, μάλιστα, υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα σημαντικών μελετών, οι οποίες δημοσιεύθηκαν σε ένα από τα πιο έγκυρα ιατρικά περιοδικά παγκοσμίως.

Έρευνα του Guardian αποκαλύπτει ότι η εταιρεία Surgisphere με έδρα τις Ηνωμένες Πολιτείες, στους υπαλλήλους της οποίας φαίνεται να συμπεριλαμβάνεται ένας συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας καθώς και ένα μοντέλο για περιεχόμενο που απευθύνεται μόνο σε ενήλικες, παρείχε στοιχεία σε πολυάριθμες μελέτες πάνω στην COVID-19, αλλά έχει μέχρι στιγμής αποτύχει στο να εξηγήσει επαρκώς τα δεδομένα ή την μεθοδολογία που ακολούθησε.

Τα στοιχεία αυτά, τα οποία η εταιρεία ισχυρίζεται ότι έχει συγκεντρώσει νόμιμα από περισσότερα από χίλια νοσοκομεία παγκοσμίως, διαμορφώνουν τη βάση επιστημονικών άρθρων που έχουν οδηγήσει σε αλλαγές στην πολιτική για τις θεραπείες της COVID-19 σε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Επιπλέον, η εταιρεία βρισκόταν και πίσω από απόφαση του ΠΟΥ και ινστιτούτων ερευνών ανά τον κόσμο, να διακόψουν τις δοκιμές του αμφιλεγόμενου φαρμάκου, υδροξυχλωροκίνη.

Δύο από τα κορυφαία ιατρικά περιοδικά στον κόσμο,  το “The Lancet” και το “New England Journal of Medicine”, δημοσίευσαν μελέτες βασισμένες σε στοιχεία από την Surgisphere.

Αργά την Τρίτη, αφότου ήρθε σε επικοινωνία με τον Guardian, το περιοδικό “Lancet” κοινοποίησε μία «έκφραση ανησυχίας» σχετικά με τη μελέτη που δημοσίευσε. Παρόμοια αναγγελία έκανε και το “New England Journal of Medicine”.

Ένας ανεξάρτητος έλεγχος για την προέλευση και την εγκυρότητα των εν λόγω δεδομένων, θα διεξαχθεί από συντάκτες που δεν σχετίζονται με την Surgisphere, λόγω των «ανησυχιών σχετικά με την αξιοπιστία» τους.

Κι ενώ η Surgisphere υποστηρίζει ότι «τρέχει» μία από τις μεγαλύτερες και γρηγορότερες νοσοκομειακές βάσεις δεδομένων στον κόσμο, δεν έχει απολύτως καμία διαδικτυακή παρουσία. Στο twitter έχει λιγότερους από 170 ακολούθους, ενώ δεν έχει πραγματοποιήσει καμία ανάρτηση από τον Οκτώβριο του 2017 και τον Μάρτιο του 2020.

Εντύπωση προκαλεί και η ιστοσελίδα της, με ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο που τα νοσοκομεία μπορούσαν να επικοινωνήσουν με την εταιρεία για να ανανεώσουν τη βάση δεδομένων.