Κβαντική ιατρική: Τι είναι πραγματικά και τι λέει η επιστήμη
Τι είναι στην πραγματικότητα η κβαντική ιατρική, γιατί δεν τεκμηριώνεται επιστημονικά και το ρίσκο για τους ασθενείς
Ο όρος «κβαντική ιατρική» ακούγεται εντυπωσιακός. Παραπέμπει στην κβαντική φυσική, έναν από τους πιο σημαντικούς και καλά τεκμηριωμένους κλάδους της σύγχρονης επιστήμης. Όμως, εδώ χρειάζεται μια βασική διάκριση: άλλο η πραγματική εφαρμογή της κβαντικής φυσικής στην ιατρική και άλλο οι εμπορικές ή εναλλακτικές πρακτικές που χρησιμοποιούν τον όρο «κβαντική» χωρίς αντίστοιχη επιστημονική τεκμηρίωση.
Τι είναι η κβαντική φυσική;
Η κβαντική φυσική περιγράφει τη συμπεριφορά της ύλης και της ενέργειας σε πολύ μικρές κλίμακες, όπως αυτή των ατόμων και των υποατομικών σωματιδίων.
Δεν πρόκειται για θεωρία χωρίς πρακτική εφαρμογή. Αντίθετα, κβαντικά φαινόμενα βρίσκονται πίσω από πολλές τεχνολογίες που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα και στην ιατρική.
Για παράδειγμα, η σύγχρονη ιατρική αξιοποιεί αρχές της φυσικής για τεχνικές όπως η μαγνητική τομογραφία, η πυρηνική ιατρική, η PET και τα ιατρικά laser.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε μέθοδος που χρησιμοποιεί τη λέξη «κβαντική» βασίζεται στην κβαντική φυσική.
Τι εννοούν κάποιοι όταν λένε «κβαντική ιατρική»;
Ο όρος χρησιμοποιείται με διαφορετικές σημασίες και δεν περιγράφει μία συγκεκριμένη, ενιαία ιατρική μέθοδο.
Σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέεται με συσκευές ή πρακτικές που υποστηρίζουν ότι μπορούν να «ανιχνεύσουν» τις ενεργειακές ή ηλεκτρομαγνητικές «συχνότητες» του οργανισμού και στη συνέχεια να τις «επαναφέρουν» ή να τις «εξισορροπήσουν».
Μπορεί επίσης να χρησιμοποιούνται όροι όπως:
- «κβαντικό biofeedback»
- «βιοσυντονισμός»
- «ενεργειακή θεραπεία»
- «κβαντική διάγνωση»
- «ενεργειακό αποτύπωμα» του οργανισμού.
Το γεγονός ότι χρησιμοποιούνται επιστημονικοί όροι δεν αποτελεί από μόνο του απόδειξη ότι μια μέθοδος είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη.
Το βασικό ερώτημα: λειτουργεί;
Για να θεωρηθεί μια ιατρική μέθοδος αποτελεσματική, δεν αρκεί να υπάρχουν μαρτυρίες ανθρώπων που αισθάνθηκαν καλύτερα ή εργαστηριακές παρατηρήσεις.
Χρειάζονται καλά σχεδιασμένες κλινικές μελέτες, κατάλληλες ομάδες ελέγχου και, κυρίως, ανεξάρτητη επανάληψη των αποτελεσμάτων από διαφορετικούς ερευνητές.
Εδώ βρίσκεται το σημαντικότερο πρόβλημα με πολλές από τις πρακτικές που παρουσιάζονται ως «κβαντική ιατρική»: οι ισχυρισμοί τους για διάγνωση ή θεραπεία συγκεκριμένων ασθενειών δεν διαθέτουν το επίπεδο κλινικής τεκμηρίωσης που απαιτείται για να θεωρηθούν καθιερωμένες ιατρικές θεραπείες.
Και τι γίνεται με τον «βιοσυντονισμό»;
Ο βιοσυντονισμός παρουσιάζεται συνήθως ως μια μέθοδος που υποτίθεται ότι εντοπίζει ή επηρεάζει συγκεκριμένες «συχνότητες» του οργανισμού.
Το πρόβλημα είναι ότι η ύπαρξη ηλεκτρικών και ηλεκτρομαγνητικών φαινομένων στο ανθρώπινο σώμα είναι πραγματική — αλλά αυτό δεν αποδεικνύει ότι μια συγκεκριμένη συσκευή μπορεί να εντοπίσει μια ασθένεια επειδή «διαβάζει τη συχνότητά» της ή ότι μπορεί να τη θεραπεύσει αλλάζοντας αυτή τη συχνότητα.
Με απλά λόγια:
Το ότι ένα βιολογικό σύστημα έχει ηλεκτρική δραστηριότητα δεν σημαίνει ότι κάθε μέθοδος που ισχυρίζεται ότι «διαβάζει» ή «διορθώνει» αυτή τη δραστηριότητα αποτελεί έγκυρη ιατρική διάγνωση ή θεραπεία.
Μπορεί να υπάρχει πραγματική επιστήμη πίσω από κάποιες από αυτές τις ιδέες;
Ναι — και αυτή είναι ίσως η πιο σημαντική διευκρίνιση.
Υπάρχει πραγματική επιστημονική έρευνα πάνω στη σχέση φυσικής και βιολογίας. Το πεδίο της κβαντικής βιολογίας, για παράδειγμα, εξετάζει εάν και πώς κβαντικά φαινόμενα παίζουν ρόλο σε συγκεκριμένες βιολογικές διαδικασίες.
Αυτό όμως είναι διαφορετικό από τον ισχυρισμό ότι μια εμπορική συσκευή μπορεί να διαγνώσει ή να θεραπεύσει ασθένειες μέσω «κβαντικών συχνοτήτων».
Η μετάβαση από το ένα στο άλλο χρειάζεται επιστημονικές αποδείξεις.
Γιατί χρειάζεται προσοχή;
Η χρήση μιας μη τεκμηριωμένης πρακτικής δεν έχει πάντα την ίδια σημασία.
Αν κάποιος χρησιμοποιεί μια τέτοια μέθοδο ως συμπληρωματική πρακτική ευεξίας και δεν εγκαταλείπει την ιατρική φροντίδα, το ζήτημα είναι διαφορετικό από το να του παρουσιαστεί μια συσκευή ως μέσο διάγνωσης ή θεραπείας μιας σοβαρής ασθένειας.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος μπορεί να προκύψει όταν μια μη αποδεδειγμένη μέθοδος οδηγεί κάποιον να:
- καθυστερήσει μια απαραίτητη εξέταση,
- αποφύγει μια τεκμηριωμένη θεραπεία,
- διακόψει φάρμακα που του έχουν συνταγογραφηθεί,
- θεωρήσει ότι μια συσκευή μπορεί να αντικαταστήσει τον γιατρό,
- ή πιστέψει ότι έχει ή δεν έχει μια ασθένεια χωρίς κανονική ιατρική διάγνωση.
Τι πρέπει να ρωτάμε πριν εμπιστευτούμε μια «νέα» θεραπεία;
Υπάρχουν μερικές απλές ερωτήσεις που μπορούν να βοηθήσουν:
Ποια ακριβώς ασθένεια υποτίθεται ότι διαγιγνώσκει ή θεραπεύει;
Ποιες ανεξάρτητες κλινικές μελέτες το αποδεικνύουν;
Έχουν δημοσιευτεί οι μελέτες σε έγκυρα επιστημονικά περιοδικά;
Έχουν επαναληφθεί τα αποτελέσματα από ανεξάρτητους ερευνητές;
Η μέθοδος χρησιμοποιείται ως συμπληρωματική πρακτική ή παρουσιάζεται ως υποκατάστατο της ιατρικής θεραπείας;
Και μία ακόμη ερώτηση είναι ιδιαίτερα σημαντική:
Η συσκευή έχει κάποια ρυθμιστική έγκριση για τη συγκεκριμένη ιατρική χρήση που διαφημίζεται;
Η ύπαρξη μιας πιστοποίησης ή σήμανσης για μια συσκευή δεν σημαίνει αυτομάτως ότι έχουν αποδειχθεί όλοι οι θεραπευτικοί ισχυρισμοί που μπορεί να συνοδεύουν τη διαφήμισή της.
Το συμπέρασμα
Η κβαντική φυσική είναι πραγματική επιστήμη και έχει σημαντικές εφαρμογές στην ιατρική.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε προϊόν ή θεραπεία που χρησιμοποιεί τον όρο «κβαντική» είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο.
Η ουσία δεν βρίσκεται στην ονομασία μιας μεθόδου, αλλά στα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι λειτουργεί.
Για τον ασθενή, η ασφαλέστερη προσέγγιση είναι απλή: μια μέθοδος που υπόσχεται διάγνωση ή θεραπεία πρέπει να αξιολογείται με τα ίδια αυστηρά επιστημονικά κριτήρια, ανεξάρτητα από το πόσο εντυπωσιακή ακούγεται η ορολογία της.
Και όταν πρόκειται για σοβαρό πρόβλημα υγείας, καμία μη τεκμηριωμένη πρακτική δεν θα πρέπει να αντικαθιστά την αξιολόγηση και τη θεραπεία από κατάλληλο επαγγελματία υγείας.
Προσθέστε το vradini.gr στις προτιμώμενες πηγές σας στη Google και δείτε περισσότερα άρθρα μας στις αναζητήσεις σας. Κάντε κλικ εδώ.