Δεν γνωρίζω πόσοι Έλληνες έχουν συνειδητοποιήσει ότι τις τελευταίες ημέρες έχει υπάρξει πρωτοφανής κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας εναντίον της Ελλάδος. Ποτέ άλλοτε από το 1974 και μετά, δεν υπήρξε τόσο μεγάλη τουρκική επιθετικότητα σε όλους τους τομείς, όσο τώρα. Ειδικά μετά την άνοδο της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία τον περασμένο Ιούλιο, το καθεστώς Ερντογάν στην Άγκυρα, έχει κλιμακώσει τις επιθέσεις του κατά της χώρας μας, εργαλειοποιώντας ένα πρόβλημα που αποκτά κολοσσιαίες διαστάσεις για τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας, όπως είναι το Μεταναστευτικό. Αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά από το 1974 και μετά.

Μπορεί στο παρελθόν οι Τούρκοι να είχαν φέρει την κατάσταση στα πρόθυρα ενός πολέμου, ή έστω ενός θερμού επεισοδίου με τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά ποτέ μέχρι τώρα, δεν είχαν εξαπολύσει έναν πολυμέτωπο, υβριδικό, όπως αποδεικνύεται, πόλεμο κατά της χώρας μας.

Εκμεταλλεύονται στοιχεία που δεν υπήρχαν μέχρι πρόσφατα, όπως είναι η μεγάλη παρουσία μουσουλμάνων μεταναστών στην Τουρκία, για να προκαλέσουν τη βαθιά υπονόμευση των ελληνικών συμφερόντων και την καταπολέμηση κάθε αξίας που διέπει το Διεθνές Δίκαιο. Σε αυτή την πρωτοφανή κατάσταση, η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη υποχρεώνεται να λάβει πολύ δύσκολες αποφάσεις, όπως ήταν η κινητοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας, για την προστασία των ελληνικών συνόρων, της εδαφικής μας ακεραιότητας, και των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων.

Σε αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση, που απαιτεί έντονη αντίδραση με αποφασιστικότητα, υπευθυνότητα και ψυχραιμία εκ μέρους της Αθήνας, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δείχνει ότι έχει πετύχει, καταρχήν, τους σκοπούς της. Το πρόβλημα, φυσικά, δεν έχει λυθεί και ούτε πρόκειται να λυθεί τους προσεχείς μήνες. Χρειάζεται μεγάλη εγρήγορση και πολυεπίπεδη αντίδραση εκ μέρους της κυβέρνησης, η οποία, μέχρι στιγμής, κατορθώνει να κινητοποιήσει διπλωματικά το διεθνή παράγοντα, και ιδίως, επικαλούμενη την κοινοτική αλληλεγγύη, την ηγεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επειδή, όμως, αυτό το πρόβλημα είναι τόσο μεγάλο, τόσο σύνθετο και τόσο επικίνδυνο για την εθνική κυριαρχία και την εθνική ασφάλεια, θα περίμενε κανείς ότι η κυβέρνηση, οι Ένοπλες Δυνάμεις, τα Σώματα Ασφαλείας, η ίδια η κοινωνία, θα είχαν την υποστήριξη και τη συναίνεση όλων των πολιτικών κομμάτων της χώρας.

Το πρόβλημα δεν προσφέρεται για κομματική εκμετάλλευση. Δυστυχώς, κάποιοι, μεταξύ των οποίων κυρίως τα κόμματα της Αριστεράς, δεν δείχνουν να αντιλαμβάνονται το μέγεθος του προβλήματος. Ή, ακόμα χειρότερο, προσπαθούν να το εκμεταλλευθούν προς ίδιον όφελος, όπως κατέδειξε η στάση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, του ΣΥΡΙζΑ, και των στελεχών του.

Κάποιοι έσπευσαν να χαιρετίσουν την αλλαγή στάσης του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος υποχρεώθηκε, σε τηλεοπτική συνέντευξη που έδωσε στο κανάλι Μega, να παραδεχτεί ότι όπως ήρθαν τα πράγματα η πολιτική των κλειστών συνόρων ήταν επιβεβλημένη. Εκτιμώ, όμως, ότι για μία ακόμη φορά, η αλλαγή στάσης του κ. Τσίπρα, τον οποίον κάποιοι και στο εξωτερικό αποκαλούν ως τον «βασιλιά της κωλοτούμπας», δεν οφείλεται σε μία ρεαλιστική και υπεύθυνη αποτίμηση των καταστάσεων.

Ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ δεν επιδιώκει να στηρίξει την κυβέρνηση σε αυτή την τόσο δύσκολη περίοδο την οποία περνάει χώρα. Η εκτίμησή μας είναι ότι η αλλαγή στάσης του προεκλήθη από τη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η πολιτική Μητσοτάκη και Ν.Δ. οδήγησε σε ισχυροποίηση της θέσης του κυβερνώντος κόμματος στη συνείδηση της κοινής γνώμης, κάτι που επιβεβαιώνεται από την τελευταία δημοσκόπηση. Η Ελλάδα βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Η χώρα χρειάζεται υπευθυνότητα από όλες τις πολιτικές δυνάμεις της. Και για μία ακόμη φορά ο κύριος Τσίπρας μετριέται και αποδεικνύεται κατώτερος των πολύ κρίσιμων περιστάσεων που αντιμετωπίζει η πατρίδα μας.