Μεσοπρόθεσμο: Οι υψηλοί στόχοι επενδύσεων και ανάπτυξης

Μεγάλες υπερβάσεις θα πρέπει να γίνουν τόσο στη λειτουργία του δημοσίου όσο και των επιχειρήσεων, αλλά κυρίως να μην υπάρξουν απρόοπτα στο μέτωπο της πανδημίας

Υψηλές προσδοκίες για την δυνατότητα απορρόφησης κοινοτικών κονδυλίων και συνακόλουθης αύξησης του ΑΕΠ, τόνωσης της ιδιωτικής κατανάλωσης και ενίσχυσης των επενδύσεων και των εξαγωγών καλλιεργούνται μέσα από τη διαδικασία στοχοθεσίας που καταγράφει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2022-2025.

Μεγάλες υπερβάσεις θα πρέπει να γίνουν τόσο στη λειτουργία του δημοσίου όσο και των επιχειρήσεων, αλλά κυρίως να μην υπάρξουν απρόοπτα στο μέτωπο της πανδημίας ώστε να καταστεί δυνατή η επίτευξη των ιδιαίτερα φιλόδοξων στόχων που θέτει το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2022-2025.

Πιο συγκεκριμένα το ΑΕΠ σε τρέχουσες τιμές από το χαμηλό των 165,3 δισ. ευρώ που ήταν το 2020 προβλέπεται να φτάσει στα 184,6 δισ. ευρώ το 2022 και να ανακτήσει στα προ κρίσης επίπεδα των 190 δισ. ευρώ από το 2023 και μετά.

Επίσης η ιδιωτική κατανάλωση εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 2,6% φέτος στο 2,9% το 2022 και κατά μέσον όρο 2,5% τα επόμενα έτη, με κύριο «όχημα» το απόθεμα των καταθέσεων των 24 δισ. ευρώ. Κάτι που όμως ενέχει ένα μεγάλο ποσοστό αβεβαιότητας, σημείο που έχει επισημάνει και το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής. Με άλλα λόγια δεν είναι δεδομένο ότι μέσα σε συνθήκες παρατεταμένης ακόμη ανασφάλειας, θα επιλέξουν οι πολίτες να «ανοίξουν» το πορτοφόλι για δαπάνες πέραν των αναγκαίων. Έστω κι αν βέβαια παρά τις ανησυχίες για τις μεταλλάξεις (τύπου Δ κτλ) αλλά και την «κούραση» των προγραμμάτων εμβολιασμών η κυβέρνηση έχει σπεύσει να άρει κάθε περιορισμό ή μέτρο που παραπέμπει στο locdown (μάσκες, ωράριο κτλ).

Την ίδια ώρα ιδιαίτερα φιλόδοξες θεωρούνται από πολλούς οικονομικούς παράγοντες οι προβλέψεις για άνοδο των επενδύσεων και των εξαγωγών τον επόμενο χρόνο. Οι στόχοι που έχουν τεθεί στο νέο Μεσοπρόθεσμο οι οποίοι είναι ταυτόσημοι με εκείνους του Προγράμματος Σταθερότητας προβλέπουν εκρηκτική αύξηση 30,3% των επενδύσεων. Δηλαδή εφόσον κάτι τέτοιο γίνει θα μιλάμε για ένα ιστορικό ρεκόρ αύξησης. Όσον αφορά στις εξαγωγές από 10,4% φέτος προβλέπεται να αυξηθούν κατά 13,7% το 2022 και θα συνεχίσουν να αυξάνονται με ρυθμό πάνω από 6% τα επόμενα χρόνια, ποσοστά ιδιαίτερα φιλόδοξα επίσης με δεδομένες τις δυσκολίες σε επίπεδο καινοτομίας, εξωστρέφειας και παραγωγικότητας που αντιμετωπίζουν πολλές Ελληνικές επιχειρήσεις.

Το βασικό σημείο αυτών των παραδοχών είναι ότι η πανδημία είναι πλέον υπό έλεγχο, δε θα υπάρξουν άλλες επιπλοκές και άρα νέα μέτρα περιορισμών που θα οδηγήσουν «αναπόφευκτα σε δυσμενέστερη πρόβλεψη των μακροοικονομικών και δημοσιονομικών μεγεθών», όπως επισημαίνει πρόσφατα στην ανάλυσή του το Δημοσιονομικό Συμβούλιο.

Οι υπερβάσεις και η απορροφητικότητα

Παράλληλα για να καταστεί εφικτός ο στόχος της αύξησης των επενδύσεων θα πρέπει η Ελλάδα, που μέχρι τώρα δεν έχει καλές επιδόσεις σε σύγκριση με τον μέσο όρο της ΕΕ, να «γράψει» μια μεγάλη υπέρβαση. Ειδικά η λειτουργία της δημόσιας διοίκησης θα πρέπει να μπει σε άλλη τροχιά ώστε να απορροφηθούν τα σχεδόν 90 δισεκ. ευρώ περιμένει η Ελλάδα μέσα στα επόμενα χρόνια από την Ευρώπη.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο αρμόδιος αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών Θεόδωρος Σκυλακάκης μιλώντας για το Ταμείο Ανάκαμψης έχει επισημάνει ότι «ώρα αρχίζουν» τα δύσκολα, αναφερόμενος στο τι θα πρέπει να γίνει ώστε να μην πάει χαμένο ούτε ένα ευρώ κοινοτικών πόρων.

Ταμείο Ανάκαμψης

Επίσης με βάση το Μεσοπρόθεσμο το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας «Ελλάδα 2.0» περιλαμβάνει πλήθος φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων και επενδύσεων που αποσκοπούν στη στροφή προς ένα οικονομικό μοντέλο περισσότερο εξωστρεφές, ανταγωνιστικό και πράσινο, προς ένα κράτος πιο αποτελεσματικό, με λιγότερη γραφειοκρατία , ψηφιακά αναβαθμισμένο, με δραστικά μειωμένη παραοικονομία, με φορολογικό σύστημα φιλικό προς την ανάπτυξη και ένα ανθεκτικότερο κοινωνικό δίκτυο προστασίας.

Το Σχέδιο επιδιώκει το συνολικό ποσό των επενδυτικών πόρων που θα κινητοποιηθούν από τον ιδιωτικό τομέα να προσεγγίσει τα 59 δισ. ευρώ, ποσό διπλάσιο από το αντίστοιχο κονδύλι που θα εκταμιευθεί από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, δηλαδή από τα 17,8 δις των επιχορηγήσεων και τα 12,7 δις δανείων.

Για όλα αυτά βέβαια θα πρέπει να λειτουργήσει «ρολόι» η δημόσια διοίκηση αλλά και παράλληλα να υπάρξουν «ώριμα» και τεκμηριωμένα σχέδια. Ουσιαστικά σε 5 – 6 χρόνια θα πρέπει αδράνειες δεκαετιών να εξαφανιστούν «μεταμορφώνοντας» μηχανισμούς σε καλοκουρδισμένες μηχανές.

Κι αυτό την ώρα που ακόμη και τώρα καταγράφονται «αρρυθμίες» με έργα που μπαίνουν στο «μάτι» της Κομισιόν λόγω ελλιπούς τεκμηρίωσης και ωρίμανσης (πχ περιπτώσεις με το σχεδιασμό για τη διαχείριση των απορριμμάτων) ενώ βέβαια δεν είναι μακρινές οι αστοχίες απαιτητική με απορροφήσεις ευρωπαϊκών πόρων.

Ίσως σας ενδιαφέρουν